




Κάθομαι στη ψάθινη καρέκλα και ακουμπώ το «σπασμένο» ποδήλατο δίπλα μου…
Παίρνω μια ανάσα και η αυτή η γνωστή μυρωδιά ενός μεζεδοπωλείου μαζί με τσιγαρίλα, που έχει ποτίσει το χώρο, μου έρχεται στη μύτη. Δεν είναι αποκρουστική… Είναι οικεία.
Αυτός ο απρόσμενα ζεστός ήλιος που ήρθε φέτος αρχές Φλεβάρη, μετά από αρκετές βροχές, μπαίνει μέσα από τα αχνά παράθυρα και με χαϊδεύει στο πρόσωπο, στο λαιμό, με λούζει μέχρι τα παπούτσια. Το παιδί στο μαγαζί με ρωτάει…
«Προφανώς σου αρέσει ο ήλιος ε; Δεν θέλεις να κλείσω τα κουρτινάκια;»
«Όχι, όχι» απαντώ με σιγουριά… «Άστα… Μ’ αρέσει»
Διαβάζω από το πολύ καλό μπλογκ http://metaxourgeio.wordpress.com/
«Το Μεταξουργείο είναι η συνοικία που οριοθετείται ανατολικά από του Ψυρρή (πλ. Κουμουνδούρου), δυτικά τις γραμμές του τρένου και τον σταθμό Πελοποννήσου (Κωνσταντινουπόλεως - Βοτανικός - Ακ. Πλάτωνος), νότια την Ιερά οδό (Γκάζι - Τεχνόπολη) και Βόρεια τις παρυφές της Ομονοίας και τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Λάρισας.
Πήρε το όνομα της από το μεγάλο εργοστάσιο μεταξιού του Αθανασίου Δουρούτη που εκτεινόταν στις οδούς Μυλλέρου, Κολοκυνθούς, Μεγάλου Αλεξάνδρου. Λειτούργησε από το 1854 έως το 1875 και απασχολούσε εκατοντάδες εργάτριες και εργάτες…»
Η γειτονιά αυτή του Μεταξουργείου στη Μαραθώνος, στην πλατεία Αυδή, ήταν από πολύ παλιά από τις αγαπημένες μου. Τη θυμάμαι ακόμα, από τις πρώτες εξερευνητικές βόλτες με το ποδήλατο στην πόλη… Με είχε ενθουσιάσει, ότι σε μια τόσο κοντινή απόσταση από το κέντρο είχα βρει κάτι διαφορετικό, κάτι πιο πρωτόγονο, κάτι σε μη στημένο σκηνικό πόλης… Θυμάμαι ακόμα την κατάληψη εκεί δίπλα, την παλιά κατάσταση της πλατείας, τα μικρά μαγαζάκια της γειτονιάς, το άδειο οικόπεδο... Θα μπορούσε, λέω εγώ ο ρομαντικός, να γίνει ένα ωραίο πάρκο…
Και όμως όχι…
Η περιοχή έχει αλλάξει ραγδαία τα τελευταία 2 χρόνια. Η κατάληψη έληξε βίαια πριν αρκετό καιρό, τώρα ο Δήμος με πολλή καθυστέρηση ανακαινίζει τα κτίρια του παλιού εργοστασίου που σκοπεύουν να τα χρησιμοποιήσουν για Πνευματικό Κέντρο και ψηφιακή βιβλιοθήκη. Απέναντι και μετά και από διεθνή διαγωνισμό που κέρδισε το γραφείο της Κ. Τσιγαρίδα από τη Θεσσαλονίκη, η ΓΕΚ Κατασκευαστική, σχεδόν τελειώνει τα περιζήτητα lofts με εντυπωσιακό αίθριο, σχέδιο, πισίνα και φυσικά με τιμές που δεν είναι ανάλογες της περιοχής, αλλά του Κολωνακίου ή της Εκάλης… Πάνω από 4500 Ευρώ το τ.μ…
Προσπαθώ να κατανοήσω αυτό το ψεύτικο μποεμ lifestyle μιας ομάδας ανθρώπων που πιστεύουν, προφανώς, ότι μετακομίζοντας σε μια τέτοια περιοχή, σαν απρόσκλητοι επισκέπτες που απλά επιδεικνύουν την οικονομική τους δύναμη και μια δ/νση τρέντυ, ότι αλλάζει η ζωή τους… Ότι γίνονται κάπως. Μια περιοχή αλλάζει ανθρωπολογικά πάντα σε σχέση με το χρόνο που περνά, με τις χρήσεις που αλλάζουν εν καιρώ, με την εξέλιξη των κατοίκων και τελικά αλλάζει και μάλλον πρέπει να αλλάζει με ήπιους τρόπους. Δεν πιστεύω, ότι αυτή η βίαια εγκατάσταση άσχετων ανθρώπων σε μια περιοχή με πολύ διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, που έχει γίνει και στο Γκάζι και στο Κεραμεικό, ότι βοηθά ιδιαίτερα τις συγκεκριμένες περιοχές.
Η καραμέλα ότι αναβαθμίζεται μια περιοχή δεν μασιέται… Απλά δημιουργούνται θύλακες μιας «γυάλινης» κατασκευασμένης καθημερινότητας, που δεν αγκαλιάζει την έννοια της γειτονιάς, οι μέτοικοι κατοικούν συνήθως σε κτίρια φρούρια, δεν ενστερνίζονται τις πιο πολλές φορές τους προβληματισμούς και τα δύσκολα τις γειτονιάς… Δεν τους αφορούν τα κοινωνικά χαρακτηριστικα της νέας τους γειτονιάς. Το αυτοκίνητο συνήθως θα τους μεταφέρει στο κοντινό τρέντυ εστιατόριο μπαρ και πάλι πίσω, αφού οι γειτονιές αυτές τη νύχτα δεν εμπνέουν ακόμα ασφάλεια. Σαν να μην έφτανε αυτό, η οργιώδης αυτή κατασκευαστική μανία, παρασύρει τις τιμές, άδικα συνήθως και διπλανών κτιρίων καθώς και ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων. Νεοκλασικά ή κατοικίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δέχονται ασφυκτική πίεση κατεδάφισης και οικοδόμησης, αντιπαροχής κτλ. Εξηγώ… Δεν κατηγορώ αυτούς που το κάνουν…
Απλά προσπαθώ να το αποκωδικοποιήσω και δεν μου βγαίνει…
Σας έπρηξα με τις πολεοδομικές μου ανησυχίες…
Ο ήλιος λοιπόν, έπεφτε μέσα από τη τζαμαρία στο «Αστάρι», όταν τα σκεφτόμουν όλα αυτά περιμένοντας τους φίλους και χαζεύοντας το εργοτάξιο από τα παράθυρα. Ηρεμία… Ένα ζευγαράκι δίπλα ερωτεύεται ακόμα πιο πολύ και «παίζει»… Ένας σκύλος χουζουρεύει, ο κύριός του διαβάζει ήσυχα, 2 νέοι παίζουν το χαρτάκι τους… Ο αέρας μπαίνει από την πόρτα και ταξιδεύει φρέσκος και δροσερός πάνω από τους καπνισμένους πίνακες που έχουν κολλημένα εισιτήρια από συναυλίες, θέατρα, σινεμά, αφίσες, τρένα και βαπόρια, προορισμοί καλοκαιρινοί και όχι μόνο με μερικές δραχμές… 300, 1000 Δρχ. τότε που τα λεφτά έπιαναν λίγο τόπο… Δεν τα βγάζαμε πάλι εύκολα αλλά τουλάχιστον είχαμε μια κάποια ανταποδοτική αξιοπρέπεια…
Αυτό είναι το μαγαζάκι μου, η όαση μου, σε αυτές τις γειτονιές, και κάθομαι αρκετά χρόνια τώρα. Μια όαση στη θορυβώδη Αθήνα. Δεν ξέρω τους ιδιοκτήτες, ξηγιέμαι και πάλι, έτσι να μην παρεξηγηθώ…
Ίσως δεν είναι για όλα τα γούστα, θα πρέπει να σας αρέσει το χύμα, το μη στημένο σκηνικό, το όχι άγχος.. Δεν φιλοδοξεί να είναι ταβέρνα… Απλά έχει καλό δροσερό κρασάκι, ρακί και ρακόμελο, και ότι μεζεδάκια βγάζει το μικρό κουζινάκι που έχει όνομα με ταμπελίτσα από επάνω «ΑΒΑΤΟΝ», παξιμαδάκια, καμιά σαλατίτσα και κανά φαγάκι. Οι τιμές για την Αθήνα του 2009 είναι απίστευτες, όπως καφές με 1 Ευρώ, φαγάκι με 4,70, μεζεδάκια με 1,80 κτλ… Μικρό και ζεστό…
Φίλοι, γέλιο, προβληματισμοί, κουβέντα, γλυκιά ζαλάδα, φαγάκι, αγγίγματα χαράς, ανησυχίες ηθοποιών, ομάδας, παράσταση σε διεργασία… Φεύγω και βραδιάζει… Κοιτάζουμε με τα κορίτσια της παρέας το νέο κτίριο σούπερ λοφτς.. Κοιταζόμαστε… «Θα μου πάρεις ένα ρε Πεταλάκι;»
Ξανακοιταζόμαστε, γελάμε, γνωρίζουμε μια κοπέλα που βγαίνει από ένα διπλανό ανακαινισμένο νεοκλασικό… Κουβέντα στο δρόμο, γειτονιά, μας λέει τα κουτσομπολιά των τιμών, ποιοι πήραν σπίτι… Την προσκαλούμε στην παράσταση, ενθουσιάζεται…
Άσε λέω στα κορίτσια… Μια χαρά είμαστε, χωρίς τα λοφτς…
Αυθεντικοί, ανοιχτοί, στην Αθήνα του 2009…
"Παίζουμε" με ένα μικρό γλυκό Κινεζάκι από τα καταστήματα των Κινέζων εκεί γύρω.
Η ζωή στο Μεταξουργείο... που θέλω να αναβαθμιστεί! Σωστά, ανθρώπινα...