Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Η Δονούσα της επιστροφής...


Πάντα, όταν επιστρέφεις σ’ ένα τόπο που αγαπάς, έχεις ένα παράξενο αίσθημα.  Μια προσμονή για πρόσωπα, πράγματα, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές.  Θα είναι ίδια; Θα έχουν αλλάξει;  Πως θα είναι το μέρος που αγαπάς;  Ειδικά όταν γυρίζεις πίσω, όταν έφυγες κάτω από συνθήκες που όρισαν ή άλλαξαν κάποια γεγονότα.  Γεγονότα, που η ζωή τα φέρνει πολλές φορές για να παίξει μαζί μας, να μας δοκιμάσει ή απλά να μας δείξει άλλους δρόμους.  Και θέλεις, άμα την επιστροφή, να τα ξορκίσεις, να πεις τα κατάφερα.  Κάπως έτσι λοιπόν, έγινε μια υπόσχεση επιστροφής ξανά σε αυτό μικρό νησί, τη Δονούσα, που στέκεται αγέρωχη και ακόμα σχετικά αγνή, μια μικρή κουκκίδα στο Αιγαίο.  Είχα ένα μικρό ανεξόφλητο «λογαριασμό» εδώ και ήταν η ώρα να κλείσει.

Ο αέρας και πάλι, μέσα Ιούνη, έδειχνε τη δύναμή του.  Δεν λείπει ποτέ ο αέρας εδώ.  Το στοιχείο της φύσης που οι άνθρωποι σέβονται τόσο, όσο και τη θάλασσα.  Γιατί τα δύο αυτά είναι αλληλένδετα, καθορίζουν την ζωή και την επικοινωνία του πληθυσμού με τον έξω κόσμο.  Το μικρό χωριό, ο Σταυρός, δεν έχει ακόμα συμμαζευτεί πλήρως για τη νέα σαιζόν, που ελπίζουν οι ντόπιοι ότι θα είναι σχετικά καλή, όπως αρχικά δείχνουν τα πράγματα, αφού μάλλον ο κόσμος φέτος, κουρασμένος, απογοητευμένος, ψάχνει μικρά νησιά, χωρίς την εξάρτηση του αυτοκινήτου, να ηρεμήσει και να περάσει λίγες μέρες καλά.  Η παραλία του, από τις λίγες που μπορείς ακόμα να κολυμπήσεις άφοβα, με πολύ καλά νερά, θέλει λίγο καθάρισμα από της θάλασσας τα πράγματα και επιτέλους, να μάθουν οι λίγοι έξυπνοι του νησιού να μην την πατάνε, με τα φορτηγάκια τους, για να γλυτώσουν κανά χλμ δρόμο από το περιφερειακό.  Θέμα συζήτησης αυτό, με αρκετούς ντόπιους, που τους την έκανα την παρατήρηση.  Οι περισσότεροι συμφωνούν, πως αυτό είναι το ατού τους και δε θέλουν να το χάσουν, αλλά το θέμα είναι να προχωρήσουν σε πράξεις, τώρα και όχι σε ένα μήνα… Ήδη, στο καράβι, οι πιο πολλοί επισκέπτες ήσαν ξένοι, όχι Έλληνες.  Αυτοί είναι οι αγγελιοφόροι εκεί έξω…

Στο δρόμο για την Καλοταρίτισσα
Πήγα στα μέρη που αγαπώ και σε αυτά που είχα αφήσει επίτηδες για την επόμενη φορά (που ήρθε και αυτή).  Στην Καλοταρίτισσα, ένα συνονθύλευμα μικρών άσπρων σπιτιών, στην βόρεια άκρη του νησιού, με τρεις παραλίες, όμορφες, μικρές σαν στολίδια στη δαντέλα της χερσονήσου, που έχει και αυτή "ξεπηδήσει" μέσα από πράσινα και μπλε νερά.  Περπάτησα, στην πιο ακριανή, Τρυπητή, λέγεται και έκατσα γυμνός στην άμμο, να με ζεστάνει ο ήλιος του Ιούνη… Η θάλασσα, δροσερή όσο έπρεπε να είναι, ξύπνημα αισθήσεων.  Είναι πολύ ωραία να είσαι εκτός, από τη ζωή σου, το πρόγραμμα σου, μέρες Ιούνη, να «διακόπτεις» τέτοιες μέρες.  Θησαυρός τα νησιά, ο κόσμος ορεξάτος, η φύση μεταξύ Άνοιξης και Καλοκαιριού, έτοιμη να σκάσει από το καυτο ήλιο του Ιούλη και του Αυγούστου.

Παραλία Λιβάδι
Τα μάζεψα, πήγα στο Μερσίνη, περπάτησα για το Λιβάδι, από τις πιο αγαπημένες, συγκλονιστικές παραλίες, για εμένα, της Ελλάδας.  Το μονοπάτι φτιάχτηκε, όπως διαπίστωσα, με καλή πέτρα, έξυπνα κατασκευασμένο, ώστε σιγά, σιγά να κρατήσει το χώμα ανάμεσα στις πέτρες και να έρθει να γίνει ένα.  Προς στιγμήν σκέφτηκα, μήπως έτσι φέρει πολύ κόσμο, αλλά μετά είπα, δε βαριέσαι… Όποιος δε θέλει να περπατήσει, δε θα το κάνει ούτως ή άλλως.  Το έφτιαξε, μάστορας καλός, ο κυρ Τάσος με το συνεργείο του, που έχει φτιάξει και τα μονοπάτια στην Αμοργό απέναντι.  Κολύμπησα, έφαγα τα φρούτα μου, κάθισα στον ήλιο, έπαιξα με τα κύματα…  και ένα σκύλο που ήταν εκεί, φίλος ενός από τους πρώτους σκηνίτες που ήδη είχαν πιάσει τις καλές «καβάντζες».  

Ταβερνάκι Τζι-Τζι στο Μερσίνη
Το βραδάκι, ανηφόρησα και μετά την καλή θα έλεγα εξάσκηση (γιατί πάντα μετά το μπάνιο, ακολουθεί μια ανηφόρα βρε παιδί μου ;;) έκατσα στην αγαπημένη ταβερνούλα της Λίτσας, στο «Τζι-Τζι».  Ο Χρήστος, ο σερβιτόρος με θυμήθηκε, χαμόγελα, ήρθε και η Λίτσα, συγκινήθηκε… «Τι ωραία βρε να βλέπεις παλιές φάτσες» μου λέει.  Θυμηθήκαμε τα τραγούδια που είχαμε ρίξει πέρυσι με τα βιολιά και τα λαούτα της Γαλήνης και του Δημήτρη, που τώρα ταξιδεύουν εδώ και 8 μήνες και βάλε στην Λ. Αμερική (το μπλογκ τους).  


Είδαμε φωτογραφίες, γελάσαμε, μιλήσαμε για το νησί, το χειμώνα που πέρασε και έρχεται, τα νέα μας σαν δύο φίλοι από παλιά.  Έφαγα σουτζουκάκια Σμυρνεϊκα , φρεσκότατα, ήπια και το υπέροχο, ιδιαίτερο κοκκινέλι από τη Νάξο… Γνώρισα και τη Carolina και τη Sara από την Ιταλία… 

Η Λίτσα και η παρέα του μαγαζιού
Μιλήσαμε για την Ελλάδα, τις μικρές Κυκλάδες, που η Carolina, είχε επισκεφτεί πριν 15 χρόνια ολόκληρα (μωρέ μπράβο).  Γέμισα χαρά και συγκινήθηκα, μόλις η αρκετά ενημερωμένη Carolina,  από το Bergamo της Β. Ιταλίας, είπε πως φέτος ήταν συνειδητή η απόφασή της να κάνει διακοπές τώρα, στην Ελλάδα, γιατί λέει, τώρα αυτός ο τόπος μας χρειάζεται.  Για μένα, μου είπε, που την αγαπώ και έχω αγαπήσει τους ανθρώπους της, αυτό ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω.  Και επειδή πάντα, μου έχει «φερθεί» τόσο καλά, ήθελα να της επιστρέψω κάτι.  Σαν την Carolina, φέτος κάτι μου λέει, ότι θα έρθουν πολλοί… Στο χέρι μας είναι να μην τους προδώσουμε.  Ήπιαμε ρακί, μας έπιασε αργά η νύχτα να χαζεύουμε το Αιγαίο που σκοτείνιασε και κακήν κακώς γυρίσαμε στα δωμάτιά μας, αφού έτυχε να μένουμε και δίπλα, και βασικά ξεραθήκαμε…!

Στην αυλή της Παναγίτσας με τα κατσικάκια...
Το πρωί έψαξα, για πολύ ώρα, να βρω την κυρία Παρασκευή ή Βούλα, της γνωστής οικογένειας Πράσινου, (το μισό νησί δηλαδή), αφού πήρα το τηλέφωνό της από την κοινότητα. Ήθελα να ανέβω πάνω στην Παναγίτσα, στην κορφή του χωριού, σε μια κορφή που αγκαλιάζει με το βλέμμα της από την Αμοργό και πιο πίσω την Αστροπαλιά, ίσαμε τη Νάξο και τη Σύρο.  Σαν να στέκει προστάτης στην πύλη των Κυκλάδων.  Για όλο τον κόσμο.  Και τους ναυτικούς, συμπλήρωσε η κυρία Βούλα, που εν τέλει, τη βρήκα στο δρόμο, έξω από τα δωμάτια που νοικιάζει.  Ο άντρας της ναυτικός, κάπου στη Μεσόγειο, τα παιδιά της σπούδασαν στην Αθήνα και έρχονται εδώ, καλοκαίρι γαρ, να βοηθήσουν.  Πως να μην έχει έννοια λοιπόν τη θάλασσα και τα καράβια και αγαπάει πολύ την Παναγίτσα της και όλου του χωριού.  Μια σπηλιά ήταν εκεί, πριν από καμιά 150 χρόνια, όταν ένας βοσκός είπε να κάτσει να ξαποστάσει, μπήκε μέσα και βρήκε δυο εικόνες.  Της Παναγιάς και του Αϊ-Γιάννη.  Χτίστηκαν σιγά, σιγά δύο εκκλησίες, δίπλα, δίπλα, μαζί, αδερφάκια…  Το 1957, ήρθαν κάτι Γάλλοι με ένα μεγάλο κότερο… Οι εκκλησίες ήταν τότε όλες ανοιχτές συνέχεια.   Λίγες μέρες αργότερα, το χωριό ανακάλυψε ότι η εικόνα του Αι-Γιάννη έλειπε.  Έτρεξαν σε πρεσβείες, αστυνομίες, αλλά ήταν πια αργά… Από τότε κλειδώθηκαν όλες οι εκκλησίες του νησιού και τα κλειδιά περνάνε από γυναίκα σε γυναίκα…  Η Βούλα, έχει αγάπη πολύ για τον τόπο, μιλάμε, γνωρίζω και την κυρία Μαρία, που έχει το «παραθαλάσσιο  διασκεδαστήριο» με το περίεργο όνομα Corona Borealis, ήπιαμε τα καφεδάκια κάτω από τα αρμυρίκια, μάθαμε και για τον Μπούμπη το σκύλο, που πρέπει ανελλιπώς να πηγαίνει βόλτα κάθε απόγευμα στις 4.  Κάπου ανάμεσα στη συζήτηση για το μεσημεριανό φαγητό και πώς να εξυπηρετήσει η μία την άλλη («θα σου φέρω Μπριαμ καλέ, μη βάζεις κατσαρόλα!»), έφυγα για το Κέδρο, τη μεσαία παραλία και επίσης παραθαλάσσιο καφενέ, να βρω το Μιχάλη το Πράσινο (τι άλλο επίθετο άραγε;) και τον Σταύρο, που ήδη είχαν κατασκηνώσει και σέρβιραν τα φαγητά τους και τους καφέδες τους.  Ήρθαν και οι Ιταλίδες, κάναμε το μπάνιο μας, πάντα γυμνοί σε τούτο το νησί, μαζί με τουρίστες ως επί το πλείστον από πολλά μέρη… Γνωρίσαμε και άλλο κόσμο, η κλασική Δονούσα που αγαπώ, γιατί έχει αυτό το μαγικό, το κοινωνικό, το φιλικό!

Και οι κλασικές πια πατούσες στην παραλία, γιατί απλά είναι Καλοκαιρινή εικόνα!
Στις 18:00, κατέβηκα στο Λιμάνι, να πάρω το Σκοπελίτη… Την κάνω για Αμοργό. 2 μέρες μόνο και χαιρέτησα το μισό νησί, θυμήθηκα και με θυμήθηκαν, ερωτευμένος πάντα με αυτή την κουκκίδα τη μικρούλα στο Αιγαίο…  Κούνησα το μαντήλι στη κυρία Βούλα και στην παρέα της, στη φουρνάρισσα που ήρθε, όπως και όλο το νησί, να πάρει τις προμήθειες από τη Νάξο… Το αιώνιο αυτό νησιώτικο αλισβερίσι, το ίδιο σκηνικό, σαν έξοχα συντονισμένο θεατρικό έργο, που κρατά χρόνια και χρόνια… Και σηματοδοτεί το αθάνατο Ελληνικό καλοκαίρι… 

Καλό Καλοκαίρι λοιπόν!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ… στην Αμοργό…

ΥΓ:  Και η παρατήρηση του blog.  Είπα θα το κάνω, όχι για τίποτα άλλο, αλλά μαζί με τα καλά να λέμε και τα κακά.  Κουτοπονηριές ο Πεταλάκης δε σηκώνει. Εξηγούμαι:  Δωμάτια Ηλιοβασίλεμα, Σιγάλας Χρήστος, αυτός που έχει και τα εισιτήρια.  Δεν είναι κακά, αλλά, 25 ευρώ low season και 15 αντίστοιχα στην Αμοργό,  πάει πολύ… Και επίσης πάει πολύ, όταν ζήτησα απόδειξη, μου είπε ναι, ναι έλα να την πάρεις πιο μετά στις 12…Και… επίτηδες πήγα, αφού έτσι και αλλιώς την είχα αράξει στο Corona Borealis… Πάω στη ομώνυμη ταβέρνα που επίσης ανήκει στη φαμίλια και άφαντος ο Χρήστος.  Δεν είναι εδώ… Μέχρι να φορτώσω το μηχανάκι, ο Χρήστος ξετρύπωσε «μυστηριωδώς» από τη κουζίνα για να την κάνει με το παπί του.  Και μετά η Ιταλίδα, θέλει να βοηθήσει και την Ελλάδα… Εδώ δεν βοηθάμε μόνοι το τόπο μας.  Ο Χρήστος, ήταν ο μόνος που δε χαιρέτησα στο Λιμάνι!  Και που να ήξερε ότι θα τον διαβάσουν εδώ μέσα καμιά εκατοντάδες μάτια!  Άρα Ηλιοβασίλεμα και Σιγάλας NO, sorry dear!  Έχει μια χαρά και άλλα μέρη να μείνετε!

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Ταξιδεύοντας...

Καλόκαιρι 2010

Πρώτη Απόδραση

Θάλασσα και άμμος

Κυκλάδες

Μικρές Κυκλάδες και άγρια Αμοργός

Ταξιδεύοντας με ένα σακίδιο και ένα μηχανάκι

Μέρες Ιούνη, καλύτερες μέρες

Χωρίς παρέα

Εγώ και τα νησιά

Θα τα πούμε από εκεί


Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Ένα γράμμα για το Πακιστάν και τις προκαταλήψεις μας...




Η Katja Ehrhardt, είναι Γερμανίδα... Πριν λίγα χρόνια, έβλεπε συνέχεια στα όνειρά της, σαν ένα κάλεσμα μεταφυσικό, ότι πρέπει να πάει να ζήσει στην Ελλάδα...  Ναι, κάτι σαν οράματα.  Έτσι μια ωραία μέρα, το πήρε απόφαση.  Μάζεψε τα πραγματά της και κατηφόρισε στο Νότο.  Έμαθε Ελληνικά, προσαρμόστηκε πλήρως στο Ελληνικό τρόπο ζωής, έκανε φίλους, είναι εδώ και αγαπάει πολύ αυτό το κομμάτι της γης.   Για να έρθει εδώ, πάλεψε και αυτή με τις προκαταλήψεις που κουβαλάνε οι λαοί εκατέρωθεν. 

Πως μας βλέπουν εκεί έξω;  Πως τους βλέπουμε εμείς;

Η Katja, πριν λίγο καιρό, ταξίδεψε στο Πακιστάν.  Αντίθετα με όσα πιστεύουμε για μια χώρα που ταλαιπωρείται από ενδογενή και όχι μόνο προβλήματα, η Katja,  τόλμησε, ταξίδεψε ως εκεί και έκανα ένα μεγάλο "βήμα" στην κατανόησή της για το άλλο, το διαφορετικό.  Έγραψε ένα γράμμα, και θέλησε να το μοιραστεί μαζί μας.  Για να δώσει μια άλλη οπτική γωνιά, στις προκαταλήψεις μας, που κυριαρχούν για μια από τις μεγαλύτερες Μουσουλμανικές χώρες του κόσμου.

Στην Ελλάδα του 2010, όπου πολλοί εκεί έξω νομίζουν ότι έρχονται σε μια χώρα ρημαδιό, με στερεότυπα για ένα Έλληνα που μόνο τεμπελιάζει και τρώει τα λεφτά της Ευρωπαικής Ένωσης (άσχετα αν αυτό έχει μια βάση ή όχι), το παρακάτω κείμενο, είναι τόσο επίκαιρο όσο πότε.  
Και για αυτό, ευχαριστώ πολύ την Katja, για την παραχώρησή του.  
Ελπίζω να κατανοείτε τα Αγγλικά καλά, γιατί δεν ήθελα να αλλοιώσω με μια μετάφραση το γραπτό της λόγο.
Διαβάστε το και σκεφτείτε...

Spastos Petalakis

"Pakistan and The Power of Prejudice against Muslim countries"

Any regular news reader who does a brainstorming on “Pakistan” would most likely come up with suicide bombs, Al Qaeda, terrorists, danger, violence. There is almost an imminent threat in the name “Pakistan” - for all that we know.

When I told my friends I was going to Pakistan, the reaction was the same almost everywhere. “You are going to Pakistan?? Are you crazy?” I am not by nature a fearful person, and I believe when your time has come to die, you will die, whether in a car accident or by a flower pot falling on your head at your doorstep. But these reactions were slightly unsettling, and they started to make me think. Maybe I should reconsider my trip? Was I unnecessarily putting my life in danger?

My German friend Michaela had moved to Islamabad two months ago, as her husband, a German ethnologist, had started working with an NGO there. She had invited me to visit. It encouraged me that Michaela, with her three-year old daughter and eight months pregnant with her second child, was going to live there for a couple of years. Then it could not be so bad after all. Travel advice on the website of the Foreign Commonwealth Office, however, did not make it sound too inviting. “All travels to Pakistan should be avoided”, hotels are subject to attacks, crowded places should be avoided, keep a low profile, vary your route if you go somewhere regularly, foreigners get kidnapped, and a long listing of suicide bomb attacks followed. What a dangerous, threatening place. The idea to go there seemed absurd.

Well, in spite of all that, I did not feel as if my time to die had come, and I really wanted to see my friend. So I decided not to think about it any more, and go anyway.

I am an ethnologist and have traveled in Asia before. But Muslim countries are still a different story, or so I thought. Of course I had a million questions for Michaela. What should I wear? Was there something I should do or absolutely avoid doing? Whom should I speak to or not speak to? Would the taxi from the airport kidnap me? Would they rob me or totally overcharge me?

After I had gotten precise instructions on how to get a registered metro cab from the airport upon my arrival in Islamabad at 2:40am, having packed the little I had that would be appropriate dress, I was on my way. On the bus to the airport in Athens I felt a little nervous. Oh well, I thought, if I am meant to die, then I am meant to die.

Getting on the plane in Qatar to Islamabad, the airplane was full of Pakistanis. A chubby Pakistani sat down next to me and greeted me with a friendly smile. I barely looked at him as I mumbled a greeting back, and the whole time on the plane I sat curled up in the farthest corner of my seat.  The airplane wheels finally touched the ground in Islamabad. Flight over without bomb attack! A couple of Pakistani women next to me on the way out were delighted that I was going to stay in Islamabad, “It is beautiful to live in Islamabad - it is like a Western city!” Another Pakistani cheered out to me, “Pakistan is a natural beauty!” The positivity of people's reactions to me reassured me a little.

Having passed through customs, I hurried to the metro stand and booked a metro cab, following the instructions Michaela had given me. A shy man came up to me, took my luggage and politely directed me to the metro cab, a run-down car whose motor chugged helplessly when the driver tried to start it. After a few attempts, it actually came on.

We drove through the middle of the night, past at least five security controls with policemen on the road. Every time, the cab driver switched the light on in the back of the car and apologized, “Sorry for the inconvenience.” After about a thirty-minute ride, we reached our destination, and what I found during the course of my entire stay was much to my surprise. All major preconceptions we have about the Muslim world were challenged – Islamic fundamentalism, hostility towards foreigners and the Western world, women as victims, and last but not least the traveling phenomenon of ripping off tourists from wealthier countries who are not familiar with prices and customs. What is more, my insights into work in development aid were equally revealing.

Islamabad, a city about 50 years old, built for administrative purposes, is organized, clean, very green, with wide roads, and indeed much like a Western city. Women all wear the traditional kurtas; some of them cover hair and face, many of them do not. The supermarket had everything from German pampers to Greek olive oil. The fundamentalist Taliban are in fact a very small political party, terrorizing Pakistan's population in order to gain power. Suicide bombers are usually teenagers and oftentimes even children who are taken by force from their homes by the Taliban and are then trained and brainwashed in their camps.

The few foreigners in Islamabad are working as diplomats or in NGOs. They all live in spacious houses with gardens and servants. My friends, who had always lived down to earth and without luxury, were about to move in a two-story house with air-conditioning in every room, generator, air-filter, high-tech kitchen, a fridge that covered half a wall, an electric barbecue with party equipment for 50 people, garden, roofed veranda, three servants, and servants' quarters. It is easy to make a considerable amount of money working in development aid in a country like Pakistan, along with being equipped with all imaginable comfort at the NGO's expenses. Some foreign workers stay there for decades, implementing knitting courses - it seems rather easily done to repeat a project for a number of years without anybody really checking. In a project where seven schools were supposedly built, the control team was led to a fully equipped school. Overnight, the entire equipment was moved to the next one they presented, and thus seven schools were presented while there actually was only one. Needless to say where the funding went.

All Pakistanis I encountered were kind, warm, welcoming, polite, very hospitable and helpful and often went out of their way to be of service. As I was shopping - in an area forbidden to Americans by the American embassy due to danger of attacks - I was invited by the shop manager, a self-confident young lady who had done her MBA in Islamabad, to visit her at her home. At another occasion, my generous hosts at an abundant, delicious Pakistani dinner were former members of Parliament (with dinner conversation about the botox of Parliament members!). On my way home in their driver's car which they had insisted I take instead of a taxi, I had forgotten the exact address of where I stayed. I was very embarrassed, but the kind and patient driver circled every corner at 2:00am without a sign of annoyance until he finally and joyfully delivered me safe with an honestly happy smile on his face.

Anywhere I went, I was treated with kindness, warmth, and respect. Visiting some places in Islamabad, I was surprised to find that the current exhibition at the PNCA, the National Art Gallery, was in honor of International Women's day, with works by female Pakistani artists; the role of women in Pakistan was a prominent theme in their paintings. On leaving the huge, beautiful building that hosted at least five excellent exhibitions, the personnel not only woke the nearest taxi driver for me from his afternoon nap, but also bargained the price for me, about to wave him off when he was too expensive. At Lok Virsa, the local heritage museum, where tourists are charged 6 times the price of locals – still at an equivalent of about 2 Euros - the man behind the counter ended up letting me in for free when I explained I had not taken enough cash. The last room of the museum presented a vision of the future Pakistan – with men and women equal. A tablet listed the improvements of women's rights over the last decades.

At the cultural center “Kuch Khaas”, a series of documentaries were shown dealing with various social problems like the status of women in traffic, acid attacks, the spread of AIDS in marriages, human trafficking, etc. The filmmaker, a very modern, independent and self-confident, beautiful woman in her thirties, was present among a crowd of about fifty people, mostly Pakistanis, but also some foreigners. What particularly impressed me in her documentaries were women who insisted in being called “survivors” rather than “victims”; they felt they had passed their ordeal with “flying colors” (words of a survivor of an acid attack who had half of her face disfigured), and were determined to help others do the same.

I was not actually going to visit a mosque after what I had read in the internet – thinking of bomb attacks at mosques and Islamic fundamentalism - , but felt more comfortable after a couple of days. After my taxi driver to the Faisal Mosque had assured himself that I liked music, he proudly presented some happy Bollywood songs for me from Hindi (!?) movies in his blasting car stereo, delighted at my appraisal.

The Faisal Mosque, a majestic building and the largest mosque in South Asia, accommodating 300,000 worshippers, was surrounded by swarming crowds of believers. I approached it very carefully as I did not see a trace of a foreigner anywhere (during my whole week in Islamabad, I had spotted about 5 foreigners in total on the roads). With my hair covered by the shawl of my Pakistani dress, I slowly entered the mosque, trying to be as invisible as possible. I have never seen any building that suggested eternity and magnificence with its architecture as much as the Faisal Mosque. I walked around in awe. Some visitors wanted to take pictures with me, giggling joyfully when I agreed. At the shoe counter, people refused to take money from me in spite of the sign stating charges. In the bathrooms, the cleaning lady personally led me to the cleanest one. Rather than being rejected as a foreigner, I was honestly welcomed everywhere.

I do not mean to downplay problems, or see dire straits whitewashed in a rosy light. But I do mean to offer an alternative glimpse on a world that we have grown accustomed to see very simplified and generalized under certain headlines in the paper. When I thanked the hotel manager and told him my impressions, he had tears in his eyes. When I do a brainstorming on Pakistan now, I am thinking of smiling, friendly people who have completely turned around my preconceptions of what I thought to be a hostile Muslim country.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Τι είδε μια Βελγίδα στην Αθήνα;


Όλα ξεκίνησαν, πριν από περίπου τρεις εβδομάδες.  Συγκεκριμένα στις 5/5/2010.  Εκείνη την ημέρα που η Αθήνα έπεφτε πληγωμένη, σε κατάσταση σοκ, από τις ταραχές που οδήγησαν στα θλιβερά επακόλουθα της Σταδίου 23.  Γύρισα στο σπίτι, ανήμερα των γενεθλίων μου, ψυχικά και σωματικά αποκαμωμένος.  Μπήκα στο ντους, να φύγει η χημεία και η σκόνη. Τα μάτια έτσουζαν λίγο ακόμα από τα χημικά.  Πήρα το ποτήρι με το κρασί.  Έγραψα, ανέβασα, το σχετικό post στο blog.   Δεν μου έφτασε...

Ένιωσα βαθιά μέσα μου την ανάγκη, να βγάλω μια φωνή.  Φωνή διαδικτυακή, στους φίλους μου, εκεί στο έξω.  Έξω από τα σύνορα της Ελλάδας.  Μια φωνή που να μιλά για εμάς εδώ, για αυτά που γίνονται εδώ.  Για το δίκιο και το άδικο της κατάστασής μας.  Για τους καθημερινούς, απλούς ανθρώπους.  Να μιλήσω από μέσα, μια κραυγή, να σπάσει την εικόνα τη δοσμένη από τα media.  Ελληνικά και ξένα.

Έκατσα και έγραψα. Ένα email.  Όπως μου έβγαιναν οι λέξεις πάνω στα πλήκτρα, το συναίσθημά μου, τα πιστεύω μου, γιατί καταλήξαμε έτσι, γιατί πρέπει να αντιδρούμε, γιατί είμαστε έτσι εδώ...  Παραλήπτες, τουλάχιστον 60 φίλοι... Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Ασία. Άνθρωποι που έχουμε δουλέψει, εκπαιδευτεί μαζί, έχουμε ζήσει υπέροχες και όχι στιγμές.  Που νοιάζονται και με νοιάζουν.  Σκεπτόμενοι.  

Και ήρθε ο αντίκτυπος.  Σαν κύματα απανωτά.  Δράση-αντίδραση. Μηνύματα αγάπης, αλληλεγγύης, προσπάθειας κατανόησης, ελπίδας, προσπάθειας δράσης.  Δάκρυσα, από τις απαντήσεις, από την ανταπόκριση.  Ζήτησα, απλά να κυκλοφορήσουν αυτή την ιστορία. Για να μάθουν όσο γίνεται περισσότεροι.  

Στο Σούνιο...
Η φίλη μου η Sarah, από την Αμβέρσα, είχε πάθει ένα μικρό σοκ.  Το γράμμα, την ταρακούνησε όσο τίποτα άλλο για καιρό τώρα.  Με τη Sarah, είμασταν μαζί το καλοκαίρι του 2008, στο Λονδίνο για μια θεατρική εκπαίδευση.  Ευαίσθητο κορίτσι, με δύναμη χαρακτήρα και αποφασιστικότητα.  Σκέφτηκε, πως θα μπορούσε να βοηθήσει από την πλευρά της, αντί να κάθεται στο ήσυχο δρομάκο της με τα μικρά μπαλκόνια και τα λουλούδια, με σταυρωμένα χέρια.  Ένιωσε τη δύναμη της φωνής που ήθελε απλά να πει την αλήθεια.  Στο Βέλγιο δουλεύει μεταξύ άλλων και ως ελεύθερος δημοσιογράφος για το ραδιόφωνο. Κυρίως για το Radio-1.  Φτιάχνει δε και ραδιοφωνικά ντοκιμαντέρ στα Φλαμανδικά και στα Ολλανδικά ή στα Γαλλικά. Μίλησε με τους συντάκτες.  Δεν την πίστεψαν.  Δε βαριέσαι και εσύ τώρα με την Ελλάδα;  Αυτό την πείσμωσε ακόμα περισσότερο.  Ένιωσε, άσχετα αν καταφέρει να πουλήσει την ιστορία της ή οχι, πως για να είναι εντάξει με τον εαυτό της, έπρεπε να έρθει εδώ.  Να μιλήσει με τους απλούς ανθρώπους.  Να καταλάβει μόνη της, τι συμβαίνει.  Γιατί αυτή η έκρηξη.  Γιατί, πως; Τουλάχιστον να το κάνει, για να έχει η ίδια άποψη, να γίνει κοινωνός μιας κατάστασης.

Σε ελάχιστο χρόνο τα κανονίσαμε. Είχε πλάκα, γιατί αρχικά, όλοι εκεί έξω φίλοι και γονείς, νόμιζαν πως έρχονταν σε εμπόλεμη ζώνη.  Έτσι τα παρουσιάζανε.  Οι γονείς της ήθελαν να ξέρουν δ/νση και τα τηλέφωνά μου.  Ή που είναι η Βελγική πρεσβεία.  Μέχρι και σκεφτόταν αν δεν μπορεί να πετάξει εδώ, να κάνει ένα ταξίδι 54 ωρών με το τρένο! Χαμογέλασα.

Μια εβδομάδα μετά, η Sarah ήταν σπίτι μου και γευόταν από πρώτο χέρι την ελληνική πραγματικότητα.  Είχα στο μυαλό μου ήδη διάφορες συνεντεύξεις, διάφορους ανθρώπους που θα μπορούσαν να της μιλήσουν. Αλλά και καταστάσεις.  Κομμάτια της ζωής μας εδώ.  Τετάρτη απόγευμα και η πρώτη βόλτα στο super market.   Να δει τις τιμές. Να συγκρίνει.  Της φάνηκε απίστευτο, πόσο ακριβά ήταν ορισμένα είδη.  Ακόμα και αυτά που έχουν στο Βέλγιο, από την ίδια εταιρεία.  Ξεκινήσαμε καλά, σκέφτηκα...


Στη Λαϊκή αγορά... Αμπελόφυλλα και ντομάτες
Τις επόμενες μέρες, ξετυλίχτηκαν πολλές μικρές ιστορίες στο μικροφωνάκι της.  Στους δρόμους, σε φίλους που ήθελαν να πουν την άποψή τους, σε μαγαζιά. Καθημερινές ιστορίες.  Ζωές ανθρώπων που ζούνε στην Αθήνα του 2010 και του  ΔΝΤ και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα εδώ.  Η Sarah ρουφούσε τις εικόνες, τα λόγια.  Ανακάλυπτε συνέχεια πράγματα που δεν είχε σκεφτεί ποτέ.  Όπως το πως να ζεις με σύνταξη 500 ευρώ.  Με τις τιμές της Αθήνας.  Με το πόσο ανοιχτοί και εκδηλωτικοί ήταν οι άνθρωποι.

Γυρίσαμε αρκετά.  Πήγαμε στη Λαϊκή αγορά.  Μιλήσαμε με κυρίες που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με συντάξεις πενιχρές.  Κάθισαν στο παγκάκι, η κυρία Β. βρήκε ευκαιρία να καθαρίσει και τα κουκιά.  Με αγωνίες για παιδιά και εγγόνια.  Και με πολύ θυμό.  Αλλά και διάθεση να βοηθήσουν τη χώρα όσο μπορούνε, αλλά με οργή για τους έχοντες την εξουσία και τα πολιτικά τζάκια.  Με την αυτοκριτική τους.  Με απόψεις, με ιδέες, με ιδανικά.  Και με πικρία.


Με τις κυρίες στη Λαϊκή Αγορά του Νέου Κόσμου.
Το πρωί δούλευα και τις κανόνιζα τα ραντεβού. Συνεντεύξεις και φυσικά και το απαραίτητο ανέβασμα στην Ακρόπολη και το σεργιάνι στην Πλάκα.  Συνομίλησε με μητέρες που προσπαθούν να μεγαλώσουν το παιδί τους με λίγα.   Οικογένειες, που και οι δύο, άντρας και γυναίκα, έχουν μείνει χωρίς δουλειά, ή δουλεύουν από ανάγκη σε άλλες δουλειές από αυτές που είχαν συνηθίσει και πονάνε. Και το βλέμμα κρύβει την αγωνία για το αύριο.  Ένας, δυο, ψάχνουν μανιωδώς να βρουν δουλειά έξω, διαφυγή από το σκηνικό της Ελλάδας.

Η επιτομή του Ελληνικού γεύματος στην Πλάκα.  Χωριάτικη, ντολμαδάκια, ψωμί...
Ρώτησε νέες κοπέλες, που τόλμησαν εδώ και ενάμιση χρόνο και άνοιξαν το μαγαζί τους στην Απόλλωνος, με τα δικά τους κοσμήματα.  Που ανησυχούν για τις επιπτώσεις στο Τουρισμό απ ' όλα τα γεγονότα. Αλλά πιστεύουν στις κινητοποιήσεις και νιώθουν ότι  το μαγαζί, πρέπει τουλάχιστον να το κλείνουν.  Ως διαμαρτυρία.  Δεν τις νοιάζει για αυτές.  Αλλά για τα παιδιά τους, που τώρα μεγαλώνουν και δεν ξέρουν τι θα βρουν.  H Sarah, εδώ πολύ προβληματίστηκε.  Μου είπε, ότι της ακούγεται αρκετά αυτοκαταστροφικό όλο αυτό.  Δηλαδή, ότι από τη μια η πόλη για να ζήσει χρειάζεται τον Τουρισμό, αλλά με ότι συμβαίνει με τις πορείες, την έκρηξη βίας, η πόλη τους διώχνει.  Μου μίλησε για τη λέξη συμβιβασμό, που στο Βέλγιο πολύ την τιμούν. Άλλωστε οι δύο κοινότητες εκεί, η Φλαμανδική και η Γαλλόφωνη, έχουνε τα προβληματάκια τους.  Τις απάντησα πως καλώς/κακώς εδώ τα πράγματα είναι αλλιώς.  Και τι σημαίνει συμβιβασμός;


Τη μεγαλύτερη εντύπωση στην Αθήνα της έκαναν και τα γκράφιτι. Ακόμα και στην Πλάκα. Θεωρεί δε, ότι είναι όλα καταπληκτικά.  Από το Βέλγιο πολύ καλύτερα!
Τρέξαμε μαζί σε θέατρα και στο Bob Theater Festival, στο Θέατρο Χώρα στην Κυψέλη.  Γνώρισε γνωστούς και φίλους από το καλλιτεχνικό κομμάτι της πόλης.  Είδε την παράσταση που συμμετείχα.  Είδε και άλλες.  Μίλησε με stand up comedian και με θεατρολόγους για τον Αριστοφάνη και τελικά πόσο επίκαιρος είναι.  Για το πόσο τρέφεται το stand up  comedy με τα γεγονότα.  Με το πόσο πολιτικοποιημένο είναι το νέο ελληνικό θέατρο ή όχι.  Κατάλαβε ότι η κρίση θα χτυπήσει τον κλάδο αλύπητα, αλλά και πόσο μάλλον αυτό θα είναι στο τέλος τόσο ευεργετικό. Εκεί καταλήξαμε.  Εκεί κατέληξε μιλώντας με νέα παιδιά που δραστηριοποιούνται στο χώρο.


Μπήκαμε στο Πολυτεχνείο και στα καμαρίνια της Αρχιτεκτονικής.  Στο αυτοδιαχειριζόμενο χώρο.   Μιλήσαμε με νέες κοπέλες, που τελειώνουν τις σπουδές τους και θέλουν να ονειρεύονται.  Άλλες πιο αισιόδοξες, άλλες εντελώς απαισιόδοξες.  Ενεργές όμως, ως άτομα, μακρυά από κόμματα και νεολαίες. Ελεύθερη σκέψη.  Γνώμες. Δικαίωμα σε ένα καλύτερο αύριο, που όμως δυστυχώς είναι θολό. Αλλά και αγάπη για αυτόν τον τόπο, που με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν θέλουν να τον αφήσουν έτσι.  Με έντονο κατηγορώ για την καλοζωισμένη γενιά του Πολυτεχνείου, που τα έκανε σαλάτα... Για τις μεγαλύτερες γενιές που τα φάγανε όλα στα μπουζούκια και στα ψώνια.


Και από εκεί, πέρασμα στην ηλίκια των 71 χρονών.  Στο πατέρα ενός φίλου, που συντηρεί εδώ και 40 χρόνια ταβέρνα.  Καλή ταβέρνα.  Με το παράπονο για το πως καταλήξαμε έτσι, και την αναπόληση των εποχών που τα πράγματα ήταν πιο απλά.  Που ο κόσμος, όπως είπε, με λίγα περνούσε τόσο καλύτερα.  Αλλά και μια μικρή πια παραίτηση.  Ότι η νέα γενιά πρέπει να παλέψει. Αλλά και με διάθεση να βγει και αυτός στους δρόμους. Αυτό έκανε γενικά πολύ μεγάλη εντύπωση στη Βελγίδα μας. Ο δρόμος.  Τα πάντα λύνονται και εξελίσσονται εκεί.  Ο κόσμος βγαίνει στο δρόμο.  Αυτό το βρήκε πολύ υγιές και τελικά ας κάνει και λίγο κακό στην εικόνα.



Πίνοντας ελληνική Σόδα στην Πλάκα
Λάτρεψε το Σούνιο και τη διαδρομή δίπλα στη θάλασσα.  Τον ήλιο και το Αττικό φως.  Τον ορίζοντα.  Τα φωτάκια και τους ήχους της πόλης, το σούρουπο από το Λυκαβηττό.  Ακόμα και στο Α' Νεκροταφείο που πήγαμε, έμεινε έκθαμβη από τα γλυπτά.  Γύρισε και μου είπε, ότι εδώ στην Ελλάδα, ακόμα και οι τάφοι είναι όμορφοι.  Έχετε ευλογημένο τόπο, το ξέρεις ε;  Χαμογέλασα, με ένα συγκαταβατικό βλέμμα, που έκρυβε και την απορία και τι του κάνουμε...

Στο σπίτι το βράδυ, της έφτιαχνα ντάκο και χαιρόταν τις ντομάτες, που ακόμα μυρίζουν.  Και της είπα, πως και αυτές δεν είναι ακόμα καλές.  Όπως τον Αύγουστο ή παλιά.

Σε μια εβδομάδα μέσα, κατάλαβε ίσως λίγα αλλά τουλάχιστον βασικά,της κατάστασης και της φύσης του Έλληνα.  Ένιωσε θαυμασμό, για το πόσο πολιτικοποιημένη είναι η κοινωνία.  Για το ενδιαφέρον για τα κοινά, που σε σχέση με το Βέλγιο είναι πολύ υψηλό και από όλους, για την ανάγκη της εκδήλωσης των πιστεύω σου. Για την αντίδραση του μέσου Έλληνα.  Αλλά και ότι αυτή η κρίση, είναι και κρίση των αξιών μιας κοινωνίας.  Που ξεστράτισε. Που η υπομονή ενός λαού έχει και όρια.  Στο "δούλεμα" των από πάνω.  Που μας αρέσει να μεταθέτουμε τις ευθύνες ο ένας στον άλλο, σαν μικρά παιδιά, αλλά ότι πρέπει αναγκαστικά να συνεργαστούμε όλοι μαζί, γιατί αλλιώς δε γίνεται (αιώνια κατάρα της φυλής, συμπληρώνω εγώ)  Δεν υπάρχει άλλη έξοδος.  Συνειδητοποίησε και η ίδια, πως όλα αυτά τα μέτρα ουσιαστικά δεν οδηγούν και πουθενά, πως χτυπάνε εντελώς λάθος στόχο.  Πως αντιλαμβάνεται, γιατί η ΕΕ είναι τελικά τόσο αποκομμένη και τόσο ενδιαφερόμενη μόνο για το χρήμα.  Για την κοινωνία του Βελγίου, που ακόμα ζει καλά και οπότε δεν θα κάτσει να σκάσει, ενώ θα έπρεπε.  Ενθουσιάστηκε με την αμφισβήτηση των παραδοσιακών μέσων και συγκροτημάτων ενημέρωσης.  Με την τεράστια σημασία του διαδικτύου, των blogs, της ενημέρωσης από άλλες πηγές.  Την μη εύκολη απορρόφηση στο τι μας προσφέρουν για νέα.  Τη μαχητικότητα της αυτοοργάνωσης και της συλλογικότητας.  Την έκφραση της ιδέας, ακόμα και στους τοίχους των Εξαρχείων. Θαύμασε την πίστη στην οικογένεια. Το πόσο σημαντικό ρόλο τελικά παίζει ως συστατικό της κοινωνίας.  Με τα καλά και τα κακά της.  Αλλά και εξέφρασε ανησυχία, γιατί ακριβώς αυτή η αξία, σε τέτοιους καιρούς κοινωνικής αναστάτωσης, μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ως προπαγάνδα από φαινόμενα τύπου Μπερλουσκόνι ή πιο ακροδεξιά στοιχεία, και να αποτελέσει μέθοδο αναρρίχησης στην εξουσία ακραίων απόψεων ή επιχειρηματιών, που θα νοιάζονται μόνο για τις business.

Μαθήματα κατασκευής ντάκου στη κουζίνα!




Το τελευταίο βράδυ, πήρα εγώ συνέντευξη από τη Sarah. Να ακούσω τη γνώμη της.  Πως πέρασε εδώ, αν βρήκε αυτό που ήθελε, αν θα μπορέσει να επικοινωνήσει αυτα που είδε, άκουσε, ένιωσε.  Ήταν πολύ συγκινημένη.  Πέρα απ΄ όλα τ' άλλα, πιστεύει ότι έκανε τεράστιο καλό, πρώτα απ΄όλα στον εαυτό της που ήρθε εδώ, ξεκινώντας απλά από ένα  email. Ένιωσε πως της άνοιξαν τα μάτια σε πολλά, πως πήρε μαθήματα ζωής από τους ανθρώπους που συνάντησε, πως θα κουβαλάει συγκεκριμένες εικόνες, ήχους και αισθήματα μαζί της σε όλη της τη ζωή.  Πως δεν ξέρει αν θα καταφέρει να "δώσει" την ιστορία, αλλά πως τελικά θα γίνει όμως κοινωνός μιας άλλης κουλτούρας στους ανθρώπους που συναναστρέφεται.  Θα γίνει κοινωνός της αληθινής κατάστασης στην Ελλάδα του 2010.  Δορυφόρος πως υπάρχουν άνθρωποι εκεί κάτω στο Νότο, που ακόμα νοιάζονται.  Και πως δεν θα σταματήσουν να μιλάνε.  Όπως είπε, το ταξίδι αυτό άγγιξε τη ψυχή της.  Όλα της τα κύτταρα.  Και για αυτό θέλει να με, μας ευχαριστήσει όλους, από τα βάθη της καρδιάς της. Και ότι γνώρισε υπέροχους ανθρώπους, γεμάτους αγωνίες αλλά και ελπίδες, πίστη, άποψη, ανθρώπους με Α κεφαλαίο.

YΓ: Η Monika, τραγουδά από το καινούριο της δίσκο Exit Only, το Yes I Do...  Γιατί Monika;  Γιατί συμβολίζει ότι πιο φρέσκο, μια μικρή ελπίδα στην ελληνική πραγματικότητα.  Για αυτό...

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Ποδηλατοπορεία στην ελπίδα...9/5/2010


Βγήκα από το σπίτι.  Ξεκίνησα το πετάλι. Κατηφόρισα τη Βουλιαγμένης.  Το βλέμμα άστραψε... Ποδήλατα ξαφνικά. Από παντού.  Φανάρι, εκτός από το Dan ένα Καναδό φωτογράφο και μια φίλη, ποδηλάτες στην ουρά!  Είμαι στην Ολλανδία;  Όχι, Αθήνα. Μια στιγμή από 3, γίναμε 7, γίναμε 10...  "Πάμε όλοι μαζί" έβγαλα φωνή. Χωρίς σκέψη, χωρίς σχέδιο, οδηγώ μια προσυγκέντρωση.  Αυθόρμητη, γέννημα της στιγμής.  Όπως το κίνημα του ποδηλάτου στην Αθήνα. Πηγαίο. 

Διασταύρωση με Αμαλίας, ήρθανε και άλλοι. Οι 10 έγιναν 13..   Φωνή μου..."Πάμε από την Πλάκα"... Μουσική. Ένα ηχειάκι στο ποδήλατο, στερεωμένο, παίζει ωραίες μουσικές.  Κυριακάτικες.  Αγία Αικατερίνη, Πλάκα.  Χαρά.  Κοπέλα με ένα κόκκινο σπαστό, προστέθηκε μαζί μας... "Έλα και εσύ".  Τουρίστες και περίοικοι, χαμογελούν.  Παραμερίζουν να περάσει το μικρό αναπάντεχα σχεδιασμένο ρυάκι από ποδήλατα. Πολύχρωμο σύνολο. Πολιτισμένο σύνολο.

Καπνικαρέα.  Ο Μιχαήλ. Περιμένει. Γελά! "Που τους μάζεψες όλους αυτούς;"  Γίνεται και αυτός ένα με τη μάζα.  Αιόλου, στενά, πεζόδρομος. Από τα στενά σκάνε και άλλα ποδήλατα.  Σταδίου, Ομόνοια.  Τα "ποδηλατικά" ρυάκια, άλλα από την Πανεπιστημίου, άλλα από την Αθηνάς, εμείς... Γινόμαστε ένα.  "Πάτε πορεία;" Ναι. Μια φωνή όλοι μαζί.  Ομάδα. Σύνολο. Ένωση.  Πατησίων.  Μέσα μου ξέρω.   Η ποδηλατοπορεία θα είναι τρανταχτή.  Ήδη φαίνεται!  

Πεδίο του Άρεως. Πλήθος μεγαλειώδες.  Δε χωράμε.  Ήλιος καίει.  Ποδήλατα και ποδηλάτες κρύβονται στα δέντρα.  Λίγη σκιά.  Ο περιπτεράς ξεπουλά τα νερά του.  Γελάει. "Έπρεπε να με είχατε ειδοποιήσει"! Η καλύτερη του.  Τηλέφωνα.  Ψάχνω τα παιδιά. Οι πυρήνες μας.  Τραπεζάκι, γουρουνάκια πολύχρωμα για οικονομική ενίσχυση.  Παιδιά, ότι θέλετε.  Προσπαθούμε όσο μπορούμε.  Δύσκολες εποχές, αλλά ο κόσμος βοηθά.  Σπίθες στα μάτια.  Σφυρίχτρες.  Κουδούνες.  Τρομπόνια. Φωνές... Τάσος βγάζει φωνή... "Φ. θα πας μπροστά?" Δεν έχω 2η σκέψη... Πάντα έτσι.  Αμετανόητα εκεί, μπροστά.   Μια ποδηλατοπορεία  για εμένα χαλαρή δεν υπάρχει.  Γουστάρω όμως.  Είναι καθήκον. Ανταλλαγή τηλεφώνων.  Παίρνω κίτρινο γιλέκο.  Να ξεχωρίζουμε. 

Κόσμος ανυπομονεί. Πάμε, πάμε... Βρε λίγο ακόμα, μισό... Πάμε, πάμε... Φωνές, ξεκινάμε.  Δρόμοι κλείνουν. Ποτάμι, χείμαρρος... Ποδήλατα, ποδηλάτες εκτός σκιάς, χρώματα, κατασκευές, σημαίες, μουσικές, παιδιά, παιδιά πολλά παιδιά. Μωρά στις ειδικές θέσεις τους. Γονείς, έφηβοι, αθλητές, bmxαδες, mountain bikers, κυρίες με καλάθια, και λουλούδια, σκυλιά, γατιά σε καλάθια, ηλικιωμένοι, νιάτα, 50αρηδες, συνεργείο ποδηλάτου, 3 γιατροί με σήμανση στο χέρι, οργάνωση, αυτοοργανώση.  Μεγάλη υπόθεση. Αν θέλουμε όλοι μαζί, κάνουμε θαύματα.  Ο καθένας όπως θέλει, ότι θέλει, όσο θέλει, όπως είναι!  Το πιο σπουδαίο.  Ο εαυτός μας και το σύνολο σε κοινό σκοπό. Μαγεία.

Μπροστά λοιπόν... Πετάλι.  Οι "κίτρινοι" οδηγοί κάνουν μια σειρά.  Φυσικά όλοι έχουν άποψη.  Σιγά, γρήγορα... Πάμε. Μια στιγμή κοιτάζω πίσω...  ΣΟΚ.  Χιλιάδες, χιλιάδες ποδήλατα.  Γεμίζω δύναμη.  Αυτό μόνο με τα ταπεινά μας μέσα.  Διαδίκτυο, emails,  αφίσες, από στόμα σε στόμα. Το 2003 πρώτες πορείες 100.  Σήμερα 6000! Κάθε χρόνο όλο και πιο πολλοί.  Το μυαλό παίρνει χίλιες στροφές.  Πρέπει να είμαστε σωστοί.  Ευθύνη, να οδηγήσεις τόσο πλήθος.  Αριθμός τεράστιος , πρώτη φορά τόσο πολλοί, σε μια πόλη που πονά ακόμα εδώ και 5 μέρες. Πονά πολύ.  Ελπίδα σκέφτομαι. Θάρρος. Αισιοδοξία.  

Σταδίου, μετά την Ομόνοια και ακόμα οι τελευταίοι φεύγουν από το Πεδίο του Άρεως.  Δέος.  Συνεννόηση με τροχονόμους που πια δεν το πιστεύουν... Τι τους συνέβη Κυριακάτικα! Σταδίου, ελαφρά ανηφόρα.  Κόσμος στα πεζοδρόμια χαζεύει... Από το πλήθος και το πάθος.  Στάση.  Συνθήματα.  Χέρια ψηλά. Φωνή μου... Θα κλείσει; Προσοχή. Παράσταση το βράδυ... "Εργαλείο" ζορισμένο.  "Αυτό είναι σωστό... Ποδήλατο στην πόλη και μέσα στο Μετρό".  Με το Μετρό πια, μάλλιασε η γλώσσα μας. Χρόνια τώρα.  Θα "πέσει" και αυτό. Το ποτάμι αυτό πίσω δε γυρνά. 


Ανηφορίζω Σταδίου. Ο Π. δίπλα, κρατά ένα μπουκέτο, λουλούδια. Άσπρα κρίνα.  Όμορφο.  Προορισμός Σταδίου 23.  Μαρφιν.  Ή ότι απέμεινε.  Όσο πλησιάζω, συναισθήματα έρχονται.  Κάθε μέρα από εκεί περνάω.  Μυρίζει ακόμα.  Πολύ. Καμένο.  Σαν πέπλο.  Σαν προειδοποίηση. Από εδώ πέρασε θανατικό.   Ποδηλάτες ησυχάζουν.  Αφήνω την κεφαλή.  Φωνάζω.  "Μπροστά, συνεχίστε"...  Πηδάω πάνω σε ένα κάγκελο.  Κόσμος μπροστά στη καμμένη Τράπεζα.  "Βάστα με" λέω σε έναν.  Στηρίζομαι σε ένα δέντρο.  Έχω στο χέρι το μπουκέτο.  Περίεργη, πληγωμένη ησυχία.  Ποδηλάτες περνάνε μπροστά.  Πιο ήσυχο το ποτάμι τώρα.  Ηρέμησε.  Σκέφτεται. Αναλογίζεται.  Πονάει.  Γιατί εδώ χάθηκε η ανθρωπιά.  Εδώ χαθήκαμε ως κοινωνία.  Χαθήκαμε ως σύνολο.  Εμείς είμαστε όμως το νέο σύνολο.  Σκέφτομαι. Υπάρχει και αυτή η Ελλάδα.  Υπάρχει ανθρωπιά ακόμα.  Φωνάζω... "Σταματήστε..."  Υπάρχει ησυχία.  "Ενός λεπτού σιγή.... "  Συμπληρώνει και το παιδί με τη μικροφωνική.  Λίγοι περαστικοί που μιλάνε... τους κοιτώ αυστηρά... Σταματάνε.  Ώρα σεβασμού.  Πηδάω κάτω από το κάγκελο.  Λουλούδια στο χέρι.  Πάω στην πόρτα.  Απόλυτη ησυχία.  Μοναδικό.  Περαστικοί δακρύζουν.  Αφήνω τα λουλούδια στην πόρτα.  Και εκεί έσπασα... Ναι, κλαίω.  Νιώθω ΤΟΣΗ δύναμη από το κόσμο πίσω μου.  Πλημμύρα δακρύων.  Δύναμη ήρθες.  Σηκώνω το χέρι πάνω.  Μια γροθιά....  Φωνάζω όσο μπορώ να το ακούσει η Σταδίου, η Αθήνα, τα δέντρα.... "ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ... " Γροθιά ψηλά.  Κλαίω πια ασταμάτητα αλλά το στόμα πεισματικά σφιχτό.  Θα νικήσουμε.  Υπάρχουμε και εμείς.  Οι άλλοι.  Η ελπίδα.  Ευχαριστώ το Θεό που είμαι εδώ τώρα.  Νιώθω πλήρης.  Πλήρης.  Ησυχία, σπάει σε λίγο... Τεράστιο χειροκρότημα.  Οι ποδηλάτες.... Χειροκρότημα ζωής.  Δέος στον κόσμο στο πεζοδρόμιο.  Ποδήλατο και ζωή είναι ένα.  Εδώ η απόδειξη.  Εδώ όλα.  Όλα...

Δακρυσμένος, κλαμένος πάω να φύγω.  Ο κόσμος με σταματά.  "Μπράβο σας... Που είναι αυτά να τα δείξουν"...λένε. "Να πάρει ο κόσμος ελπίδα... " Δε θέλουν, δε θέλουν να δώσουν ελπίδα, να δείξουν κάτι άλλο.  Έξαφνα 3 κυρίες, σαν χαρακτήρες, φιγούρες από τραγωδία με πλησιάζουν.  Χέρια... Στοργή... Άγγιγμα... Αγκαλιά... Ζαλίζομαι... Κοιτάζω βουρκωμένα μάτια... Βουρκώνω και εγώ... " Είσαι ο Φ.Φ;  Ναι"... Σοκ... Που, πως;  Αστραπή μνήμης ξεσηκώνουν τα λόγια τους.  "Είμαστε οι θείες του Ν... τότε στο ποτάμι... Λούσιος, θάνατος, 26/5/2007... Εκεί που ήσουν και εσύ παιδάκι μου... θυμάσαι;"  Μπορώ να ξεχάσω;  Μπορώ... Κόλαση και ανάσταση... "Αγόρι μου έτσι... έτσι να είσαι! Το παιδί μας έφυγε... εσύ εδώ... είσαι αυτός... Μπράβο σου, μπράβο..."  Σκοτοδίνη του παρελθόντος. Ήρθες να με βρεις.  Αναγνώστες που να ξέρετε και εσείς τα δικά μου... Αλλά ίσως κάποιοι ξέρετε.  Άλλη στιγμή... Ψάξτε στο blog... Θα καταλάβετε... Μνήμη...  Πως να συνεχίσω;  Τα πόδια λυγίσανε αλλά ξαναστηλώθηκαν...  θα συνεχίσω, αυτό κάνω 3 χρόνια τώρα. Μόνο πιο δυνατός...

Περιθώρια περαιτέρω δεν υπάρχουν.  Σύνταγμα.  Πορεία έχει σπάσει.  Ολική επαναφορά στο σκοπό μας.  Τρέχω.  Πως; Γιατί;  Βιάστηκαν...  ηρεμία.  Μόνος. Ιασ. τρέχει προς βοήθεια.  Μισό περιμένετε.. Ευχαριστώ... Ποδηλάτες συνεννοούμαστε. Αδειάζουν τα αυτοκίνητα σταδιακά.  3 τρόλεϊ, ένα λεωφορείο στο πλήθος μέσα.  Τρέχω... Να οργανωθούμε.  Τροχονόμος. Παιδιά κάντε άκρη να φύγουν αυτά.... Περιμένουν όλοι.  Ενωθήκαμε και πάλι.  Τσαντίζομαι δεν έπρεπε να γίνει αυτό... Αλλά είναι χιλιάδες... Πόσο να τρέξουν 15-20 άτομα;  ΟΚ.  Φύγαμε και πάλι.  Βουλή.  Ο φίλος με το μουσάκι από τη Yoga γέλιου και η Ελ., θέλουν να αγκαλιάσουν τους αστυνομικούς.  Γελάω.  Παθαίνουν σοκ.  Δεν έχουν συνηθίσει.  Στην αρχή όχι, όχι... Παρακαλάει ο κόσμος.  Κάποιοι στη Βουλή φωνάζουν "κλέφτες, κλέφτες". Σύνθημα των ημερών.  Ότι να' ναι.  Αλλά δε με ενοχλεί.  Αρχή: σέβομαι όπως είσαι, ότι είσαι.  Αρκεί να μη ξεφύγει.  Δεν.  Δεν έχει γίνει ποτέ.  Γελάνε τέλος οι αστυνομικοί.  Δωρεάν αγκαλιές... Κόσμος χειροκροτά.  Πλήθος ατελείωτο.  Βασ. Σοφίας, Χίλτον.  Τελικά καταλήγω πίσω.

 Ζητάδες στη μηχανή.  Λέω ευχαριστώ.  Δίκαιος.  Προσπαθούν και αυτοί με αυτό τον όγκο.  Χαμογελάνε... "Εμείς ευχαριστούμε.  Καλά κάνετε.  Έτσι, κάθε χρόνο πιο πολλοί." Επικοινωνία, ζητάνε όλοι.  Λίγο χαλαρώνω.  Το μάτι όλα τα προσέχει.  Ποδηλάτες πια εκπαιδευμένοι, μόνοι τους κάνουν ασπίδα. Κλείνουν διασταυρώσεις. Έχουν μάθει. Αλληλεγγύη.  Ωραία είναι.  Χαμογελώ.  Ευτυχία. Επιτυχία.  Χαρά.  Θετική σκέψη σε πόλη τραυματισμένη.  Δημιουργία.  Χαλαρά.  


Λ. Αλεξάνδρας.  Λύτρωση αυτή η κατηφόρα.  Ιδρωμένο πρόσωπο.  Αεράκι δροσερό.  Ανακούφιση.  Γελάω.  "Η βενζίνη πήγε 1,5 ευρώ... πότε επιτέλους θα βάλετε μυαλό;"  Οδηγοί σταματημένοι, περιμένουν στωικά.  Συγγνώμη, αλλά μια μέρα και εμείς έχουμε το δρόμο.  Κάθε μέρα παλεύουμε με το θεριό σας.  Αξίζουμε καλύτερα. Αξίζουμε μια ευκαιρία.  Είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί και θα γίνουμε ακόμα περισσότεροι.  "Πάμε, πάμεεεε...."  Κατηφόρααααα... Υπέροχα.  Πέδιο Άρεως.  Τέλος και αρχή.  Τέλος δεν υπάρχει σε αυτό που ζω με αυτό το μηχάνημα.  Την πιο ωραία εφεύρεση. Ποδήλατο.  Ερωτευμένος;  Ναι!  Ικανοποιημένος; Ναι!


Επιτυχία; Ναι!  Δέσμευση; Ναι!  Υπέροχος κόσμος; Ναι!  Ευτυχία; Ναι!  ΖΩΗ, τίποτα άλλο! Και του χρόνου όλοι εδώ...Χειροκρότημα!  

ΕΛΠΙΔΑ, ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΣΕ ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΚΟΥΦΑΡΙ.
ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΡΙΟ
ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ
ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ
ΛΥΣΗ

Στην κρισή αυτή αλληλεγύη.
Ο ένας για τον άλλον.
Πίσω στις αρχές τις ανθρώπινες.
Βοήθεια.
Νιώθω ευτυχισμένος.
Πλήρης.
 Χέρια, κεφάλια πάντα ψηλά!!
Φιλιά.
Πολλά!!


ΥΓ: Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Καναδό φωτογράφο Danylo Hawaleshka, φωτορεπόρτερ από την Athens News, την αγγλόφωνη εφημερίδα της Αθήνας για τις εξαιρετικές φωτογραφίες και την Cordella Madden-Kanellopoulou για τις συνεντεύξεις και την κάλυψη της πορείας... Από τους ελάχιστους που ενδιαφέρθηκαν φέτος.  Την Athens News, θα την βρείτε σε κεντρικά περίπτερα.  Στις σελίδες 16-17 είναι η ιστορία μας...