Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Στα κρυφά στενά των "ουσιών"...


Σάββατο απόγευμα και κλείνω πίσω μου τη βαριά μεταλλική πόρτα της πολυκατοικίας στου Ψυρρή. Περπατώ λίγο προς τα αριστερά...

Τα θέατρα της Σαρρή έχουν μαζέψει κόσμο, που περιμένει να δει το έργο του, να γελάσεις ως επί το πλείστον και αν γίνεται να συγκινηθεί και λίγο... Όχι πολύ και σκάσει κιόλας... Η πιάτσα είναι από τις πολύ εμπορικές της Αθήνας. Ρεκλάμες, φώτα, 10ος χρόνος επιτυχίας, φωτογραφίες από περσόνες, μάλλον οι περισσότερες τηλεοπτικές...

Ακούω, πίσω από τα σκουπίδια κάποιους να μιλάνε, μάλλον να μαλώνουν, σε μια γλώσσα ακατάληπτη. Μοιάζει να είναι πιασμένη με "γάντζο" που τη σέρνει σ' ένα αργόσυρτο ρυθμό. Οι λέξεις μόλις που ξεφεύγουν από τα χείλια, με κάποια έτσι υπόνοια δύναμης και αυτές φτάνουν στα τύμπανα των αυτιών μου.

Μετακινούμαι λίγα μέτρα πιο κάτω και βλέπω 3 ανθρώπους, να είναι πεσμένοι κατάχαμα στα σκαλιά της ταλαιπωρημένης ώχρας του εγκαταλειμμένου νεοκλασσικού, να χωρίζουν την άσπρη σκόνη της κόκας... Σαν μια τελετή, μυστική, όλοι τους είναι σκυμμένοι πάνω από το βασιλιά της ψευδαίσθησης τους και χωρίζουν τις δόσεις σε γραμμές. Στα μάτια τους υπάρχει ένα απλανές βλέμμα και ταυτόχρονα μια επιθυμία να ρουφήξουν τη δόση, που πολύ τραγικά μοιάζει σχεδόν με την αθώα παιδική ανυπομονησία μπροστά στο σκίσιμο των χάρτινων περιτυλιγμάτων ενός δώρου.
Στα χέρια τους κρέμονται έτοιμα για χρήση καλαμάκια. Πράσινα σκούρα σα μούχλα...

Στρέφω το κεφάλι και κοιτάζω πάλι το πλήθος που περιμένει, βολεμένο και καλοζωισμένο, να παρακολουθήσει την τέχνη. Στρέφω και πάλι το κεφάλι και μπροστά μου εξελίσσεται σε απόλυτο ρεαλισμό, η σκηνή ενός ή μάλλον καλύτερα τριών εξαρτημένων στις ουσίες και στην παραίσθηση τους συνανθρώπων μας, ζωντανά κουφάρια, ζωντανοί νεκροί. Τα ρούχα, κάποια σκισμένα πάνω στα ασθενικά σώματα, κάποια λιωμένα είναι σαν να έχουν αρχίσει να τους προετοιμάζουν για το μεγάλο τους ταξίδι. Ρουφάνε, πετάει το κεφάλι πίσω και πέφτει ένα από αυτά με γδούπο στη ξύλινη ξεφλουδισμένη πόρτα... Στη φάση τους, μοιάζουν να γελάνε και να κλαίνε μαζί σε μια εικόνα που σε συνδυασμό με την απέναντι ευδαιμονία μου δίνει το πρώτο ¨χαστούκι"...


Φεύγω... Στρίβω δεξιά στη Ρήγα Παλαμίδου. 'Ωρα 1915. Φως ακόμα έξω... Στα σκαλιά του πάλαι ποτέ ένδοξου κλαμπ Motel, που τώρα βρωμάνε κάτουρο και υγρασία και είναι μαύρα, ξαπλώνει ένα ζευγάρι, μικρά παιδιά 20 χρονών, που έχουν κάτσει εκεί και αυτά σε αυτή την αφασία της χημικής τους νάρκωσης. Του αγοριού, το εσώρουχο είναι σχεδόν έξω από το παντελόνι, μουσκεμένο και κοιτάζει με το βλέμμα το ασταθές και σκοτεινό την κοπέλα που προσπαθεί να τον σηκώσει αλλά πέφτει και αυτή στην μαστούρα της μέσα. Σάββατο απόγευμα και δυο κύτταρα νιότης, έχουν γίνει άρρωστοι μικροοργανισμοί σήψης, το σώμα, το μυαλό ζελέ... Η κοπέλα, ξεστομίζει προτάσεις που τελειώνουν σε ρε... "Σε αγαπώ ρεεεε"... "Πως γίνεσαι έτσι ρεεε"... "Αφού στο είπα εγώ ρεεεε"... Χαστούκι ακόμα πιο δυνατό.

Νιώθω έντονα ότι κάποιος μου κάνει πλάκα, ότι είμαι σε μια σκηνή από το Mad Max, ή κάτι τέτοιο μελλοντικό, σκοτεινό θρίλερ, όταν λίγο πιο κάτω συναντώ και άλλους με κόκα, λίγο πριν την πλατεία με την Εκκλησία των Αγίων Ανάργυρων... Στρίβω αριστερά, αυξάνοντας το βήμα, νιώθω πίεση, δεν μπορώ ξαφνικά τόσες εικόνες, ανθρώπων σε "αρρώστια".


Το πιο δυνατό "χτύπημα" στο μάτι, στο σαγόνι, μπουνιά που έτσουζε, είναι όταν αριστερά, ένας τελευταίος στη θλιβερή σειρά της τοξίνης, έχει κάτσει κάτω με τα μάτια στο άπειρο, θολά, γέρνει ασθενικά στο βρωμιάρη, ζωγραφισμένο με γκράφιτι τοίχο, και "βαράει" την ένεση της ηρωίνης στις φλέβες που μόλις που φαίνονται στις φτέρνες και στους αστραγάλους... Το κοιτάζω και πονάω, θέλω να φωνάξω "Τι κάνεις ρε μαλάκα!"...

Δεν βγαίνει ανάσα, πνίγεται η φωνή από την ισχυρή αυτή εικόνα της κατάντιας μιας ανθρώπινης ψυχής που απλά ψάχνει με το χέρι στα τυφλά μια φλέβα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα... Λίγο ακόμα μπας και κερδίσει μια μέρα ακόμα στο ομιχλώδες του τοπίου, της ανάσας αυτής πριν το τέλος...

Το βήμα γίνεται γοργό πια, σχεδόν τρέχω πια... Στην πλατεία, στο στενάκι προς τον Άγιο Δημήτριο λίγα μέτρα από την κόλαση των ψυχών, τα μεζεδάκια δίνουν και παίρνουν, τα ουζάκια, τα ταβερνάκια, τα ακια όλων μας... Νιώθω απαίσια για όλα αυτά, μια συνενοχή, μια ειρωνεία. Ένα ερωτηματικό. Θέλω να ξεράσω πάνω στα κρέατα τους και στα χταπόδια τους.


Ένα γιατί. Γιατί; Γιατί συμβαίνει όλο αυτό; Ξέρω, τις απαντήσεις, τις ξέρω αλλά δεν μπορώ να τις δεχτώ. Δεν μου φτάνουν όλες οι απαντήσεις του κόσμου. Δεν έχω κατανοήσει ποτέ, δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό η σκέψη για το ναρκωτικό ότι και να είναι αυτό, την ουσία που σε καταστρέφει, σε μαγεύει ψεύτικα, σε ταξιδεύει δήθεν και μετά σε πετά από τον εκατοστό όροφο της πλάνης και σκας πάνω στα μάρμαρα της Αθήνας, τα πεντελικά, τα λευκά, σαν ένα τσουβάλι, ένας μπόγος που σπάει... λερώνει και δεν ξαναμαζεύεται. Σκέφτομαι, γιατί χάνω, χάνουμε όλους αυτούς, όλες αυτές τις ψυχές; Τι κάνουμε, τι μπορούμε να κάνουμε; Μια πόλη που το κέντρο της είναι δωσμένο, παραδομένο σε όλα αυτά, δεν μπορεί, είναι άρρωστη, έχει καρκίνο, έχει πολλά συμπτώματα, δεν ήταν έτσι. Πως κατάντησε έτσι; Τα κατηγορώ, τα ξέρω...

Ξέρω να τα ξεστομίζω και εγώ εύκολα. Αλλά νομίζω πως τελικά στα στενά της χαμένης μας πόλης, στα στενά που οι παράνομες ουσίες κάνουν κάθε μέρα, πρωί , μεσημέρι, βράδυ σουλάτσο και θερίζουν τα θύματά τους, έχει χαθεί ο άνθρωπος. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ βρε παιδιά.
Βρε παιδιά;
Σαν να μας κοιτάζει η ναρκωμένη κοπέλα με το φουλάρι και το σκούφο από τα σκαλοπάτια, τα άλλοτε ένδοξα
του κλαμπ... Κάτι λέει...

"Ακούτε; Ακούτε; Θέλουμε βοήθεια... Βοήθεια... Σβήνουμε εκεί κάτω ρεεε.... Το ακούτε ρεεεεε... Δεν μπορούμε άλλο ρεεε.... Εδώ ελάτε να μας βρείτε ρεεε... Σπάμε, σπάμε, δεν αντέχουμε ρεεεε"...

11 σχόλια:

JOHN είπε...

Ωραίο. Καλημέρα.

kayadesigner είπε...

Δεν ξέρω τι μπορεί να συβεί για να αλλάξει όλο αυτό. Το χειρότερο είναι πως μαθαίνει το μάτι μας σε τέτοιες εικόνες, τις εντάσει στην καθημερινότητά του και ύστερα από λίγο απλά τις συνηθίζει. Κινούμαι στα Εξάρχεια. Όταν πρωτοήρθα εδώ κάθε φορά που έβλεπα μια τέτοια εικόνα, ταραζόμουν, έκλαιγα. Τώρα; Τώρα αυτά είναι στην καθημερινότητά μου. Τα βλέπω και τα προσπερνάω. Μαθαίνουμε να ζούμε στη σήψη. Τι κάνουμε; Τι θα κάνουμε;

mermyblue είπε...

ακριβώς αυτό... το χειρότερο απ' όλα στις "σύγχρονες πόλεις" που ζούμε είναι η αποκτήνωση.

όπως και με τους ναρκομανείς και με τους ζητιάνους, στην αρχή σε κάθε γωνιά ένοιωθα την καρδιά μου να σκίζεται...τώρα την κεντρίζω κάθε φορά να κοιτάξει και να σκεφτεί, δεν την αφήνω να ξεχαστεί σαν να είναι και αυτοί μέρος του τοπίου.

ναι, ωραία τα δάκρυά μας...ωραία και η απόγνωση. και ακόμα ψάχνω να βρω αυτό το κάτι το ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ που θα μπορούσα να κάνω για ΟΛΑ αυτά, αλλά δεν το βρίσκω.Και συν-θλίβομαι όπως περιγράφεις κ εσύ. ανάμεσα στην Υποκρισία και στην εναπομείνουσα ανθρώπινη Ψυχή μου.

τουλάχιστον, ας υψώνουμε μια φωνή διαφωνίας σε όλους αυτούς που λένε ότι "τίποτα δεν είναι τυχαίο και πήγαιναν γυρεύοντας" και ας τους πούμε ότι του καθενός το παιδί υπό συνθήκες μπορεί να βρεθεί να λιώνει στα μάρμαρα της Αθήνας.

Ανώνυμος είπε...

Μα πώς να μη συγκινηθώ;
Να μη δακρύσει λίγο το μάτι, γιατί όλοι φταίμε για αυτό...
Σταματία...

Μαίρη είπε...

Φρίκη!!!!
Κι εμείς οι μάγκες που γλυτώσαμε,που ζούμε με άλλου τύπου εξαρτήσεις (όχι τόσο άμεσα καταστροφικές),έχουμε το θράσος ν ανεχόμαστε τη συμβίωση των παιδιών που άκουσες,που είδες και φωτογράφισες, με όσους εγκλημάτισαν (για κάποιο λόγο κι αυτοί)μέσα στις διάφορες φυλακές της χώρας μας.
Ντρέπομαι συχνά που περνιέμαι για άνθρωπος και για λογαριασμό πολλών ακόμη το ίδιο και χειρότερα αισθάνομαι.Μα πέρα απ αυτό δεν έχω βρει τον τρόπο....
Τη συνταγή για να πετύχει η πρόληψη...Τη μέθοδο που δυναμώνει τις ψυχές των παιδιών,των νέων και των ακόμη μεγαλύτερων (πολλές φορές) για ν αντιστέκεται στην παντοδύναμη (ως φαίνεται) κάθε ουσία.
Δεν μπορεί όμως.Θα υπάρχει.Κι αν όλοι το θελήσουμε (ή έστω οι περισσότεροι θα την βρούμε)

Τσαλαπετεινός είπε...

Εξαιρετικό κείμενο!
Μπράβο!!!

MAXIMUS είπε...

Διαβάζω ότι απλώς τους συλλαμβάνουν σαν κοινούς εγκληματίες τους μπουζουριάζουν στα κρατητήρια και τους ξαναφήνουν και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Μερικοί δεν καταλαβαίνουν που τους πάνε και γιατί...

Γιατί; Γιατί κατά την γνώμη μου για κάποιο λόγο πρέπει να υπάρχουν άποροι, άστεγοι, ναρκομανείς, συνταξιούχοι της πείνας και άλλες κατηγορίες ανθρώπων που δεν πρέπει να έχουν δύναμη να διεκδικήσουν ποτέ και τίποτα. Δεν μας αντέχει το σύστημα όλους, κάποιοι πρέπει να έχουν το κεφάλι σκυφτό και να σέρνονται. Τελεία και παύλα.

Δεν μπορώ να βρω άλλη εξήγηση πια!

maria είπε...

Apoktinosi kai mono apoktinosi o kosmos. Aisxos.

Jerachin είπε...

Οχι για να κοιμασαι τα βραδια, οχι για να σταματησεις να τρεχεις αλλα γιατι μπορεις...αν τυχει και βρεθει στο δρομο σου μια τετοια ψυχη τοτε ζητα εσυ βοηθεια απο αυτη και με ανταλλαγμα βοηθα τη και συ...ειναι δεσμεση οντως αλλα αν δε δωσεις σημασια θα ζεις ασημαντα και συ.Εναν ανθρωπο εσυ....εναν εγω...

ΝΙΚΟ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟ είπε...

Έτυχε να πέσω στο μπλογκ σου και στο κείμενο αυτό που είναι σαν να εξέφραζε τις σκέψεις που έχω κάνει τόσες φορές τα τελευταία χρόνια και όλο πιο συχνά τα τελευταία δύο. Μία ανίερη συνενοχή ανάμεσα στους πολίτες και το δήμο. Διότι βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι το κέντρο της πόλης έχει παραδοθεί αμαχητεί στις ουσίες, τη μαφία και τη μαστρωπία κάθε είδους.

Το πρόσφατο μόττο του Δημάρχου ήταν σαφές:
Δεν έχω πολλά να πω, έχω πολλά να κάνω...

Spastos Petalakis είπε...

Καλώς ήρθες Νίκο! Χαίρομαι που βρήκες κοινά σημεία... Άλλωστε αυτό που μας ενώνει είναι τελικά ο καημός για αυτή την πόλη!