Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Ένα βράδυ με τη θεία Jorgelina... ένα ταξίδι ζωής στο Buenos Aires!

Το θρυλικό Alcantara. Ταξίδευε για χρόνια ολάκερα τις ελπίδες και τα όνειρα των Ευρωπαίων στη Λ. Αμερική.


Δε φαίνεται καθόλου για την ηλικία της.  Έτσι όπως περπατά, στέκεται, μιλά, η θεία Jorgelina, ξεχειλίζει από τη δίψα της ζωής μέσα της.  Μιας ζωής που έχει ζήσει για τα καλά, έχει ρουφήξει το μεδούλι της.  Και ακόμα και τώρα, που έχει πια μεγαλώσει όμορφα έχει τη χάρη μιας δυναμικής γυναίκας που κάπου εκεί το 1949, άφησε το Παγκράτι που μεγάλωσε και παρέα με τον Αρμένη άνδρα που αγάπησε, τα άφησε πίσω όλα και πήγε στην μακρινή Αργεντινή... Για ένα καινούριο ξεκίνημα στη χώρα που σχεδόν δεν είχαν ακούσει καλά καλά.  Αυτό το βράδυ με τη θεία της φίλης Κ. Κασ., ήταν ένα ταξίδι στο χρόνο, στην Αργεντινή, στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 70, στις προσπάθειες του μετανάστη, στις ελπίδες του, αλλά και στη γεύση της νίκης που αφήνει μια ζωή με ρίσκα, με απρόβλεπτες καταστάσεις, με ξεκινήματα απανωτά. Και με πολύ αγώνα, αλλά χωρίς μιζέρια.  


Η βραδιά έχει ακόμα ψύχρα και η Jorgelina, έχει ντυθεί όμορφα μέσα στα κόκκινα της, με το πουλοβεράκι της, το άσπρο το πουκάμισο και τη χαρακτηριστική καρφίτσα.  Θέλαμε εδώ και καιρό να τη βγάλουμε ένα βράδυ έξω, εγώ και η φίλη μου, να βγει από το μικρό αλλά "πλούσιο" σε ζωή,  σε εμπειρίες διαμέρισμα στο Παγκράτι.  Καθίσαμε στου "Σκούφια", βραδιά καθημερινής, εκεί κάτω στα μέρη του Ρουφ.  Ήταν ήσυχα, χωρίς πολύ κόσμο, με ένα ντεκόρ που ταίριαζε πολύ στις ιστορίες που πάντα θα σου πει η θεία.  Ναι, ίσως έκανε λίγο για ένα σκηνικό της Αργεντινής... για ένα σκηνικό γεμάτο από tango.  Ο Che μας κοίταζε από μια κόκκινη αφίσα στην άκρη ενός τοίχου.  Και η θεία άρχισε να αναπολεί...


"Και πως βρε θεία, καταλήξατε εκεί, τόσο μακριά;"  ρωτώ.  "Βασικά από τύχη!" απαντά.  Αρχικά ο Αρμένης σύζυγος, στο επίθετο Badikian, είχε κολλημένη την ιδέα στο κεφάλι του να πάει στο Μέχικο. Ένιωθε πως εκεί η ζωή θα του ταίριαζε.  Έτρεξε, πήγε σε πρεσβείες και αξιωματούχους, μαθαίνει ότι το Μέχικο δεν παίρνει κανένα μέσα. Η πίεση για μετανάστευση από την κατεστραμμένη Ευρώπη και Ελλάδα ήταν μεγάλη.  Κάπου εκεί, ακούει, μαθαίνει για τη χώρα της Αργεντινής, που ακούγεται πως είναι καλά, θέλει κόσμο, θέλει τεχνίτες.  Είναι εκεί ένας πολιτικός και η γυναίκα του, ο Περόν, που έχει βαλθεί να κάνει τη χώρα μεγάλη και τρανή.  Έχει δουλειές.  Στέλνει ένα, δύο γράμματα σε κάτι γνωστούς εκεί, Αρμένηδες. Η σχέση της φυλής πάντα στην ανάγκη φαίνεται, στο εξωτερικό. Μπας και τους βοηθήσουν στην αρχή.  Έφτιαξαν τα χαρτιά τους, πήραν λίγα πράγματα και χρήματα, φίλησαν οικογένεια και φίλους με τα φιλιά του αποχαιρετισμού, ούτε ήξεραν αν και πότε θα ξαναγυρνούσαν και έτσι απλά, άφησαν την μεταπολεμική Ελλάδα που έβγαινε από ένα εμφύλιο.  Στις 21/5/1949, ξεκίνησαν  από τον Πειραιά το μεγάλο ταξίδι για μια άλλη ζωή. Πρώτος σταθμός η Γένοβα, τελικός η Μασσαλία.


"Δεν το σκεφτήκαμε παιδί μου και πολύ".  Με κοιτά και χαμογελά.  "Είχα τον άνδρα μου, ήθελα και εγώ να πάω, γιατί να μην πάω;".  Από τη Μασσαλία και σε μια Ευρώπη ακόμα ρημαγμένη, μετά από πολλές ώρες να χτυπιούνται στο τρένο πέρα δώθε, φτάσανε στο μεγάλο λιμάνι του Χερβούργου στη Νορμανδία (Το Χερβούργο είναι γνωστό από την ταινία του Jacques Deny – Les Parapluies de Cherbourg -1964 με την Catherine Deneuve και τη διάσημη μουσική του μεγάλου Michel Legrand). Από εκεί μπάρκαρε το θρυλικό Υπερωκεάνιο Alcantara για το Buenos Aires. Το λιμάνι ήταν ακόμα κατεστραμμένο από τον πόλεμο και η επιβίβαση γινόταν με τις λάντζες.  Επιβάτες του; Όλη η Ευρώπη, κυρίως Ιταλοί, Γάλλοι, άνθρωποι από την Α. Ευρώπη.  Αυτά τα καράβια, αυτές οι φουρνιές είναι που έπλασαν την κουλτούρα της νέας Αργεντινής, την ιστορία της, την κουζίνα της αλλά και τις μουσικές της.  Το κέντημα πολιτισμών Ευρώπης και Λατινικής Αμερικής.

24 μέρες ταξίδεψαν.  Έκαναν στάση και στο Vigo της Γαλικίας, στη Β. Ισπανία, στη Λισαβώνα, να μαζέψουν τους μετανάστες της Ιβηρικής, κυρίως Ισπανούς και Πορτογάλους, μια Ευρώπη που έφευγε από την παρακμή του πολέμου για Αργεντινή και Βραζιλία.  Πόσο ξεχνάμε την αλλοτινή θέση μας τώρα που άλλοι έρχονται από άλλους πολέμους για εδώ; "Καλέ, μια χαρά περάσαμε στο πλοίο.  Πάρα πολύ ωραία ήταν!" λέει με μπρίο η Jorgelina.  "Του δώσαμε και κατάλαβε, σαν να ήμασταν σε κρουαζιέρα.  Αχχ που να δεις που βλέπαμε πως ήταν η πρώτη θέση, σαν ταινία του Τιτανικού! Όπως τα φαντάζεσαι!"  σπινθηρίζουν τα μάτια της θείας στη θύμηση.

"Φτάνοντας στο Buenos Aires όμως, είχαμε άγχος.  Που θα πάμε τις πρώτες μέρες, θα έχουν πάρει το γράμμα οι άλλοι Αρμένηδες; Θα έρθουν στο λιμάνι;"  αλλά τελικά δεν τους ένοιαζε και τόσο.  Ήταν αποφασισμένοι να πετύχουν.  Επιστροφή δεν υπήρχε!  Ο έξυπνος Αρμένης, καθώς έδενε το καράβι στο λιμάνι, πρόσεξε έναν τύπο που κρατούσε μια φωτογραφία και κοιτούσε με αγωνία τον κόσμο που στεκόταν στα ρέλια του πλοίου.  Μια φωτογραφία τους είχαν στείλει μπας και πιάσει τόπο.  Και έπιασε. Άρχισε να κουνά προς τη πλευρά του ανθρώπου αυτού με μανία το ψαθάκι του και στην αγκαλιά του δίπλα η νεαρή Jorgelina, ένιωθε πιο σίγουρη πως κάτι καλό θα γινόταν.  Και όντως με χαρά ανακάλυψαν αμφότεροι πως ο Αρμένης της Αργεντινής, είχε κατέβει στο λιμάνι να τους βρει.  Η επιβίωση, η επικοινωνία της "ράτσας" είναι μεγάλο πράμα.  Μια φωτογραφία έφερε την ένωση.  Τους πήραν σπίτι τους, άγνωστοι μεταξύ τους, αλλά γνώστες της ελπίδας για επιβίωση.

"Και τι κάνατε μετά, με τη γλώσσα, με δουλειά;" μου ήρθε αμέσως η ερώτηση, ανυπόμονος όπως πάντα. "Τα καταφέραμε παιδάκι μου. Σιγά!" μου απαντά με αφοπλιστική άνεση.  Τη γλώσσα τη μάθανε στα γρήγορα στη γειτονιά, στα ψώνια.  Τη φωνάζανε οι γειτόνισσες, την Ελληνίδα, να γνωρίσουν ένα τόπο που τον είχαν ακούσει στα παραμύθια και στα σχολεία.  Δεν είχαν ξαναδεί λέει Ελληνίδα.  Εγκαταστάθηκαν γρήγορα στη συνοικία της Urkiza. Ο Αρμένης Badikian έπιασε δουλειά γρήγορα.  Μπογιές, ελαιοχρωματισμοί... "Aαα, ήταν καλλιτέχνης!" λέει η θεία με υπερηφάνεια.  "Τις καλύτερες δουλειές είχε.  Έπιαναν τα χέρια του. Δόξα το θεό."  Προσαρμόστηκαν γρήγορα.  Η ανάγκη μου λέει, σε κάνει να είσαι πολύ πεισματάρης, να μη παίρνεις τίποτα δεδομένο.   

Και μετά ξεκίνησε η θεία να μας ταξιδεύει στα ταγκό και στις γεύσεις της Αργεντινής. Στην ιστορία, στα γεγονότα με την Εβίτα, τις μεταβατικές κυβερνήσεις, αλλά και τις γειτονιές μιας πόλης,  "Που ήταν κούκλα, κούκλα, αγόρι μου!  Άλλο πράγμα! Τσούκου, τσούκου και το σπίτι μας το φτιάξαμε, και παιδί κάναμε που μεγάλωνε μια χαρά εκεί με τα Ισπανικά της και τα Ελληνικά της, τους φίλους της από όλες τις γωνιές των 2 ηπείρων, της Λ. Αμερικής και της Ευρώπης.  Ωραίος τόπος"  Σκέφτεται και αναπολεί.  Η κόρη του ζεύγους Beatriz Badikian η οποία μεγάλωσε για να γίνει λαμπρή συγγραφέας και "δάσκαλος" στο Chicago  (αν googlarete, θα σας βγάλει περί τις 8000 σελίδες όπου αναφέρονται βιβλία της και δουλειές της,  www.bbgartler.com το site της...) θυμάται με πολύ αγάπη τα παιδικά της χρόνια στο όμορφο, πολυεθνικό Buenos Aires.  Ίσως γι΄αυτό και έγινε τόσο επιτυχημένη ταξιδιωτική συγγραφέας, αγαπά τη γραφή, τις τέχνες...


"Φυσικά και είχαμε δυσκολίες, ειδικά στην αρχή... Άλλα όσο μπορούσαμε το παλεύαμε"  συμπληρώνει. Ο φίλος μας ο Αρμένης, τσακάλι, έπιασε να κάνει κατασκευές για κουζίνες, να φτιάχνει σπίτια, πήγαινε καλά η δουλειά. Είχε αρχίσει να τον μαθαίνει η πιάτσα.  Κάπως έτσι πέρασαν 21 ολόκληρα χρόνια. 21 χρόνια αγάπης, εμπειριών, μιας ζωής που ούτε που μπορούσαν να τη φανταστούν πίσω στο μικρό Παγκράτι! Έλα ντε όμως που δεν ησύχασαν...

Το Φλεβάρη του 1970 και όταν η Αργεντινή άρχισε σταδιακά να βυθίζεται στις σκοτεινές εποχές της δικτατορίας και των τρομερών της γεγονότων, αποδεχόμενοι μια "πρόσκληση" που κανόνισαν με μακρινούς και πάλι Αρμένηδες συγγενείς στη Νέα Υόρκη, αφήνουν σπίτι, φίλους και πάλι, με το παιδί ανά χείρας, μπαίνουν σε ένα αεροπλάνο για την Αμερική και το όνειρο της.  Σε όλη την πτήση, πρώτη φορά σε αεροπλάνο, η θεία Jorgelina, στιγμή δεν ησύχασε. Εκεί στο παράθυρο δίπλα είχε το φόβο της και τα όνειρά της που πάλευαν για το κάτι παραπάνω σε μια άλλη χώρα.

Έφτασαν στο "μεγάλο Μήλο", έκαναν τις βόλτες τους για 20 μέρες στο θρυλικό Bronx, αλλά έπρεπε να σκεφτούν τι θα κάνουν και ξεκινάνε για το Chicago, που ζούσε τότε το βιομηχανικό του οργασμό. 15 μέρες εκεί και μαθαίνουν για μια θεία στο Los Angeles, που θέλει να ανοίξει και πάλι mini market με Ελληνικά Προϊόντα στο Hollywood. Τσουπ στο αεροπλάνο και πάλι η οικογένεια Badikian αριβάρει στο Los Angeles, όπου 6 μήνες ζούνε μέσα στην παραζάλη του West Coast. Η "θεία" με το μπακάλικο αποδεικνύεται πως έχει καβούρια στην τσέπη, το μαγαζί δεν μπορεί να στηθεί με λίγα χρήματα, ο Badikian κάθεται και σκέφτεται.  "Πίσω στο Chicago. Θα κάνω ότι έκανα στην Αργεντινή." Νομάδες ήταν, νομάδες θα έμεναν.  Αεροπλάνο και στο Michigan για να μείνουν λοιπόν άλλα 11 χρόνια.

Η θεία γελάει πολύ.  "Καλέ πολύ βαριόμουνα στο σπίτι στο Chicago! Καθόμουν και έβλεπα από το παράθυρο να περνά ένα αυτοκίνητο κάθε 10 λεπτά. Τι είναι τούτο το μέρος;" σκέφτηκε. Αναπολούσε τη ζωή στο Buenos Aires. Ήταν αλλιώς.  Έτρεξε στις φάμπρικες να βρει δουλειά. Δεν το είχε όμως και με όλες. Στη αρχή σε ένα εργοστάσιο που έραβε ρούχα, κοστούμια, που να ανταγωνιστεί στην παραγωγή τις Πολωνέζες;.  "Να τις δεις" μου λέει, "πως έραβαν, πετούσαν τα δάκτυλα. Εγώ ήμουν μερακλού, ήθελα να το απολαμβάνω. Με έδιωξαν. Μου είπαν είσαι πολύ καλή, αλλά δεν είσαι γρήγορη. And in America, time is money!" Κάπως έτσι γύρισε διάφορες φάμπρικες.  Ήταν πάντα η Jorgelina ή Georgina,  αυτή που έκανε τις καλύτερες πλάκες στους επιστάτες, στις συναδέλφισσες, η Ελληνίδα από την Αργεντινή που είχε τσαγανό και μιλούσε.  Το πλήρωσε με απολύσεις, αλλά δώστου και το πάλευε!

Ο σύζυγος όμως με τις κατασκευές του τα πήγαινε μια χαρά. Η κόρη μεγάλωνε, πανεπιστήμια, έρωτες, προκοπή.  Και κάπου εκεί το 1981, αφού είχαν συμπληρώσει πια σχεδόν 32 χρόνια στη ξενιτιά, μια μέρα έτσι και πάλι απλά, αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στην Αθήνα.  Το παιδί είχε πια βρει το δρόμο του, ζήσανε καλά, είπανε να επιστρέψουν εκεί που ξεκίνησαν όλα.  Σε μια Αθήνα της αλλαγής του Ανδρέα Παπανδρέου, ένα αεροπλάνο τους προσγείωσε μετά από τόσα χρόνια στο Ελληνικό.

"Τώρα που τα σκέφτεσαι όλα αυτά Jorgelina, τι έχεις έτσι να πεις;"  Ανάβει ένα τσιγαράκι.  Ένα κάνει την ημέρα σχεδόν πια.  Το ευχαριστιέται όσο τίποτα, μαζί με το μπρούσκο το κρασάκι.  "Δε μιζεριάσαμε ποτέ αγόρι μου.  Ακόμα και στα πιο δύσκολα, τα τρώγαμε. Γιατί όχι; Τη ζήσαμε τη ζωή μας!" Όταν επέστρεφε ο θείος Γιώργος ο Badikian από τη δουλειά, έβγαιναν τις βόλτες τους. "Και μη φανταστείς πως γινήκαμε και τίποτα πλούσιοι.  Μπα.  Σιγά!... Απλά το ευχαριστιόμασταν! Η μιζέρια είναι άσχημο πράμα, παιδί μου. Όπου και να είσαι μια βόλτα, ένα μικρό έξοδο είναι βάλσαμο."  Στέκεται και σιωπά για λίγο η θεία.  Θυμήθηκε το Γιώργο, που τώρα δεν υπάρχει πια, μόνο σε φωτογραφίες και λίγο το μάτι υγραίνει. Δεν ήταν και λίγα αυτά τα χρόνια που περάσανε μαζί... Βαρύ το φορτίο της μνήμης.  Το διαμέρισμα στο Παγκράτι είναι πια λίγο πιο άδειο, αλλά όμορφο...

Γιατί σας γράφω όμως τώρα για μια θεία από το Buenos Aires; Στα μάτια, στην αύρα της θείας Jorgelina's, βλέπω τη ζωή του ανθρώπου που δεν ησυχάζει. Γιατί βλέπω σε αυτή τη σχετικά μικρόσωμη γυναίκα, τη θέληση για επιτυχία, για αλλαγή, για το ρίσκο, για την έξοδο από τη μιζέρια που έχει πια πνίξει τον κοσμάκη στην Αθήνα και σ' όλη την Ελλάδα.  Βλέπω μια θέληση να πετύχεις με τα ρίσκα, με το να βάζεις τελείες εκεί που είσαι καλά, να τα γυρίζεις όλα ανάποδα και να ξαναρχίζεις και πάλι από το μηδέν. Σε μια εποχή που οι μισοί Έλληνες κλαίνε για τα χαμένα κεκτημένα, τις δόξες τις παλιές, τις πλαστές, τις δανεικές, έρχεται η θεία Jorgelina και μας αστράπτει με την ιστορία της ένα χαστούκι στο πρόσωπο, κάτι σαν ξυπνήστε, παλέψτε, έχετε δυνατότητες, εμείς δεν είχαμε τίποτα, μόνο τα χέρια μας και μια ελπίδα, να πάμε μπροστά.  Αν το καταλάβουμε αυτό, μπορούμε να πετύχουμε πολλά.  Αλλά δε θέλουμε να καταλάβουμε μου φαίνεται.  Κολλημένοι στο χθες.

Να είσαι καλά θεία Jorgelina. Να είσαι πάντα έτσι χαρούμενη, γεμάτη allegria, γλυκιά και να μας εμπνέεις πάντα με το θάρρος σου, με τις ιστορίες σου, να τρέφεις τα νοερά μας ταξίδια εκεί στο μακρινό Buenos Aires,  που έχει περάσει και αυτό τόσα πολλά αλλά ακόμα ζει και βασιλεύει. Έμπνευσή ζωής, έμπνευση ελπίδας, σε ευχαριστώ τόσο πολύ...


ΥΓ:  Αυτό το post, δεν θα ήταν δυνατό με τη συνδρομή της καλής φίλης Κ. Κασ. που ακούει στο όνομα "Miss Catalina", που αγαπά όσο τίποτα άλλο τη μουσική και επενδύει μουσικά τα Σαββατιάτικα απογεύματα στο  Key Bar, στην οδό Πραξιτέλους 37, στο κέντρο αλλά και σε άλλα μπαράκια της αστικής Αθήνας. 

Στη φυσικά απίστευτη θεια της, τη  Jorgelina Badikian.

H έξοδος έγινε στο εστιατόριο "Σκούφιας" στην οδό Βασιλείου του Μεγάλου, στο Ρουφ και με περίπου 17€ φάγαμε και ήπιαμε καλά.

Η μουσική που συνόδεψε την ιστορία είναι από τον θρυλικό Carlos Gardel αλλά και τον Astro Piazzolla, Yo Soy Maria, σε εκτέλεση από τη Milva.

ΥΓ2: Ο Spastos Petalakis, δε θα σας γράφει πια τόσο σύχνα. Θέλει χρόνο για τον ευατό του.  Τόσο όσο έχει πια τα κατάλληλα ερεθίσματα, γιατί η Αθήνα του βγάζει πια μιζέρια. Και ο κόσμος της.  Λυπάται, αλλά έτσι είναι.  Θα γίνει πιο ταξιδιωτικός, πιο αλλού... Σας φιλά.  Θα μιλά όταν πρέπει να μιλήσει....

1 σχόλιο:

The Urban Cowboy είπε...

Bravo Spaste. Δυνατό come back. Πολύ δυνατό θα έλεγα!
Petalaki πως θα γίνει να γνωρίσουμε κι εμείς αυτή την υπέροχη θεία? Προτείνω να διοργανώσουμε μια αργεντίνικη βραδιά με επίτιμη προσκεκλημένη τη Jorgelina. Εσύ που γυρνάς στην πόλη και ξέρεις τα καλά τα στέκια οργάνωσε το και κάνε ανοικτή πρόσκληση από το blog σου.